Εκδόσεις-Κείμενα

Βιβλία και άλλα έντυπα που έχουμε εκδόσει μέχρι σήμερα:

Η Ριζοσπαστικότητα του Κουκλοθεάτρου, Peter Schumann 1990
εκδ. Αγιούσαγια 1993, μετάφραση Σ. Μαρκόπουλος

Μαριονέτα σε Κίνηση, W. A. Dwiggins 1939
εκδ. Αγιούσαγια 1995, μετάφραση Σ. Μαρκόπουλος

Η Αρχαία Τέχνη του Κουκλοθεάτρου στην Παγκόσμια Νέα Τάξη, Peter Schumann 1998
εκδ. Αγιούσαγια 2000, μετάφραση Σ. Μαρκόπουλος

Σκίτσα για το Κουκλοθέατρο, συλλογή σκίτσων του Σ. Μαρκόπουλου
εκδ. Αγιούσαγια 1999

Ηθική και Αισθητική, συλλογή κειμένων, επιμέλεια Michael Meschke 1996
εκδ. UNIMA-ΕΛΛΑΣ 1996, μετάφραση Σ. Μαρκόπουλος

Σύγχρονες Τάσεις στην Ερευνα του Παγκόσμιου Κουκλοθεάτρου, συλλογή κειμένων,
επιμέλεια Marek Waskiel
εκδ. UNIMA-ΕΛΛΑΣ, μετάφραση Σ. Μαρκόπουλος - Ε. Κοντογούλα

Το Κουκλοθέατρο στην Ελλάδα,  banners για την ομώνυμη έκθεση στα πλαίσια του 14ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κουκλοθεάτρου και Παντομίμας Κιλκίς (κείμενο, design: Σ. Μαρκόπουλος) 2012

Η Κούκλα στον Ανθρώπινο Πολιτισμό, Μικρό βιβλίο για την ιστορία του κουκλοθεάτρου
κείμενο, design: Σ. Μαρκόπουλος, εκδ. Διεθνές Φεστιβάλ Κουκλοθεάτρου Κιλκίς 2013

ΝΗΜΑ, περιοδικό για το Κουκλοθέατρο και τις παραστατικές τέχνες
εκδ. UNIMA-ΕΛΛΑΣ 1992-2006, σύνταξη k.a. Σ. Μαρκόπουλος
(Νήμα 30, Νήμα 33, Νήμα 35, Νήμα 36, Νήμα 37-38)


Συνεντεύξεις
Ακολουθούν τα πλήρη κείμενα συνεντεύξεων σε εφημερίδες και περιοδικά



Βίντεο-Συνέντευξη στον ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΟ (https://www.facebook.com/Eleftheriakos.eleftheriahtipota?ref=ts&fref=ts)




Συνέντευξη στην δημοσιογράφο Σάντυ Τσαντάκη
για την εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (Τέχνες) της 23ης Ιαν 2011

1. Γιατί επιλέξατε τον Πετροτσουλούφη και τις ιστορίες του Χόφμαν για μια παράσταση αρχικά για παιδιά;
Παρόλο που οι παραστάσεις μου δεν απευθύνονται μόνο σε παιδιά, αλλά είναι φτιαγμένες για όλους, πράγματι ο Πετροτσουλούφης επιλέχτηκε για την "παιδική" του θεματολογία, με πρόθεση να αφορά τόσο τους μικρούς ανθρώπους όσο και τους γονείς τους. Οι ιστορίες του Χόφμαν καταπιάνοται με φλέγοντα ζητήματα που αφορούν τα παιδιά άμεσα, χωρίς υπεκφυγές και ταυτόχρονα με χιούμορ και σατυρική διάθεση προς όλες τις κατευθύνσεις. Το έγκλημα και η τιμωρία, η παιδική ξαδιάντροπη σκανταλιά, η προκλητικότητα των παιδιών απέναντι στον αυταρχισμό σαν μέσο εξερεύνησης των ορίων, τα παθήματα που συχνότατα δεν γίνονται μαθήματα, αλλά και η απερίγραπτη υποκρισία των γονέων που μέσω των παθημάτων των τέκνων τους αυτοεπιβεβαιώνονται ("Είδες που σου τά 'λεγα; Καλά να πάθεις Πίπη!") είναι μερικά από τα πολλά επίπεδα στα οποία κινείται παιχνιδιάρικα το βιβλίο και οι μαριονέτες.
Πιστεύω ότι τα παιδιά χρησιμοποιούν τη θεατρική εμπειρία με τον ζωτικής σημασίας τελετουργικό τρόπο για τον οποίο εφευρέθηκε. Η οποιαδήποτε ιστορία (από την πιο γλυκανάλατη έως την πιο δυνατή) είναι απλά η αφορμή για να ερευνήσουν και να συνδιαλλαγούν με τα βασικά εκείνα θέματα της ζωής που συνήθως οι μεγάλοι διστάζουμε να θίξουμε ή συχνότατα παρακάμπτουμε τελείως, θεωρώντας τα ακατάλληλα γι' αυτά. Δεν ενδιαφέρονται για σαχλές "παιδικές" ιστορίες (εκείνες που έβρισκε και ο Χόφμαν στα βιβλιοπωλεία της εποχής του). Το κουκλοθέατρο είναι ιδανικό μέσο γιατί παρέχει την απαραίτητη ασφάλεια της σύμβασης: όλοι ξέρουν οι κούκλες δεν ζουν "πραγματικά", κι έτσι μπορούν να παίξουν με τα πιο "επικύνδυνα" παιχνίδια.
Σπουδαίο ρόλο παίζει και η εξαιρετική μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη (εκδ. Γράμματα) που καταφέρνει και αποδίδει αυτό το σατυρικό πνεύμα στα ελληνικά με τρόπο που το περιεχόμενο γίνεται ανάλαφρο, με τη σωστή δόση ειρωνίας, καυστικού λόγου, ομών περιγραφών, αλλά και παιδιάστικων εκφράσεων.  Με τις μαριονέτες μας προσπαθήσαμε να πετύχουμε ακριβώς το ίδιο στο οπτικό και δραματουργικό κομμάτι της παράστασης. "Σκληρές" εικόνες και δράσεις συνυπάρχουν με κωμικές κινήσεις, φωνές κλπ. που αυτομάτως τις μαλακώνουν και τις μετατρέπουν σε αστείο. Το συμβατικό πλαίσίο έρχεται να συμπληρώσει η σκηνογραφία του "ανοιχτού παταριού", με όλες τις κούκλες και τους κουκλοπαίκτες ορατές στο κοινό σε όλη τη διάρκεια του έργου και ο μουσικός-τραγουδιστής που μεσολαβεί και λέει τις ιστορίες.


2. Ποιες είναι οι πιο ακραίες αντιδράσεις μέχρι σήμερα στην παράσταση; Εχουν φύγει θεατές; Τι σας λένε μετά τα παιδιά και οι γονείς; Ποιοι είναι οι πιο «ευαίσθητοι» τελικά; 
Ο Πετροτσουλούφης (νομίζω τόσο το βιβλίο όσο και η παράστασή μας) ή αρέσει πολύ ή καθόλου. Στις παραστάσεις μας έχουμε αντιμετωπίσει από θερμότατα χειροκροτήματα και ειλικρινείς ευχαριστίες έως βίαιες αντιδράσεις γονέων ή εκπαιδευτικών οι οποίοι είτε πήραν τα παιδιά και έφυγαν, είτε σταμάτησαν την παράσταση θεωρώντας ότι έτσι θα σώσουν τις παιδικές ψυχές από το "βάναυσο" θέαμα... Επίσης έχουμε δεχτεί καταγγελίες στον τύπο, ακυρώσεις παραστάσεων και άλλα τινά...
Το πρόβλημα αυτό είναι πολύ ευρύτερο και δεν αφορά μόνο τον Πετροτσουλούφη. Παίζοντας για δεκαπέντε χρόνια τον Φασουλή, μια παράσταση επίσης γελοιο-ποιητική προς όλους τους υπαρξιακούς φόβους της ανθρωπότητας, είμαι πολύ εξοικειωμένος με τέτοιου είδους βαρβαρότητες. Τα πράγματα είναι απλά: χωρίς να αμφισβητώ την πρόθεση των γονέων να υπερασπιστούν τα παιδιά τους, λέω ότι κάνουν μεγάλο λάθος: Αυτές οι τέχνες  και τεχνικές αναπτύχθηκαν από την ανθρωπότητα ακριβώς για να μπορεί να διαχειρίζεται τέτοια τρομακτικά ζητήματα που στην καθημερινή ζωή εμπνέουν δέος και κάνουν τον άνθρωπο να νοιώθει ανύμπορο ζωάκι. Τις λίγες στιγμές της παράστασης, μπορούμε να τα αποκαθηλώσουμε, να τα φέρουμε σε μια κλίμακα στα μέτρα μας και να γελάσουμε μαζί τους ώστε να χαλαρώσουμε από την ασφυκτική πίεσή τους. Ειδικά το κουκλοθέατρο είναι από γεννέσεώς του η κατεξοχήν τέχνη της διαχείρισης του θανάτου. Αυτή τη λειτουργία δε μπαίνουν στον κόπο να κατανήσουν γιατί:  Στην καλύτερη περίπτωση, από το άγχος να μην πάθουν κάτι τα μικρά, μένουν σε μια επιφανειακή ανάγνωση τίτλων παιδοψυχολογίας. Από την πολύ "πολιτική ορθότητα" και την υπερπροστατευτική στάση, έχουμε φτάσει σε αποστείρωση των πάντων γύρω από το παιδί μας (ευτυχώς αυτό ξέρει να ανακαλύπτει θήλακες αταξίας). Στην χειρότερη περίπτωση, παίζονται ολόκληρα παιχνίδια εξουσίας: ο εκπαιδευτικός θέλει να αποδείξει στο αφεντικό και στους γονείς ότι είναι άγρυπνος άξιος φύλακας της ψυχής των παιδιών, ο γονιός θέλει να δείξει στον περίγυρο πόσο "προχωρημένος" στην παιδαγωγική είναι, κλπ. Ο φόβος για την κριτική και το άγχος να αποδείξουμε την υπεροχή μας επικρατούν. Δυστυχώς όλα αυτά παίζονται στη πλάτη των παιδιών που από τη μια εμπιστεύονται το γονιό κι απ' την άλλη δεν καταλαβαίνουν τίποτα από την υστερία του.
Και βεβαίως, οι ακραίες περιπτώσεις που διακόπτουν βίαια την παράσταση ή που μετά το τέλος επιτίθονται φραστικά, υποπέφτουν στην ίδια υποκριτική στάση που αναφέρεται ο Χόφμαν: τραυματίζουν τα παιδιά τους με χειρότερο τρόπο από αυτόν που υποτίθεται περιείχε η παράσταση.
Φυσικά, το ιδανικό θα ήταν οι γονείς (είτε τους άρεσε η παράσταση είτε όχι) να χρησιμοποιήσουν την ευκαιρία για να επεξεργαστούν τα θέματα αυτά με τα παιδιά τους, να ακούσουν τις εντυπώσεις τους και να καταλάβουν πως τα αντιλαμβάνονται.
Εκεί είναι που χρειάζεται η πραγματική ευαισθησία, στο να ακούμε τα παιδιά, αντί να κρύβουμε τις δικές μας ανασφάλειες πίσω από μια δήθεν "ευαισθησία" που αναλώνεται σε φωνασκίες και ηρωισμούς.
Υπάρχει όμως και η άλλη απίστευτη περίπτωση, αυτών που νομίζουν ότι με την παράσταση προσπαθούμε να νουθετήσουμε τα παιδάκια να μην κάνουν σκανταλιές...! Παίρνουν δηλαδή την σάτυρα του διδακτισμού στην κυριολεξία... και μας συγχαίρουν γι' αυτό! (φανταστείτε που ζούμε...)
Περιτό να πούμε ότι σε όλα αυτά, τα παιδάκια κοιτάνε απορημένα τους γονείς τους, επιμένουν ότι τους άρεσε και θέλουν να μείνουν. Είμαστε απίστευτοι οι γονείς...


3. Αν ο Ταραντίνο ή ο Ροντρίγκεζ έφτιαχναν παιδικό κουκλοθέατρο, κάπως έτσι θα το φανταζόμουν... Πόσο «σπλάτερ», βίαιο, ωμό αντέχει να είναι ένα θέαμα για παιδιά;
Πιθανόν, διότι οι σκηνοθέτες αυτοί δεν κάνουν μόνο "σπλάτερ", αλλά καταφέρνουν να ποτίζουν τις ταινίες τους με ποίηση, όσο σληρές κι αν είναι.
Το κουκλοθέατρο είναι εκ φύσεως "ωμό", είναι η τέχνη της Υλο-Ποίησης. Σε κάθε παράσταση (ακόμα και στην πιο "παιδική") τα άψυχα παίρνουν ζωή και στο τέλος την ξαναχάνουν. Η νεκρανάσταση και όλα τα φαινόμενα που συνδέονται με το μέγα μυστήριο της ζωής, για τις κούκλες είναι τετριμένα πράγματα.

Το θέατρο είναι τελείως διαφορετικό μέσο από τον κινηματογράφο ή την τηλεόραση. Είναι ζωντανός διάλογος, είναι κοινωνική τελετουργία και ειδικά το κουκλοθέατρο έχει ειδικές δυνάμεις μαγείας που η κούκλες κουβαλούν στο υλικό κατασκευής τους: τον ίδιο τον θεατή. Αν ο θεατής δεν πιστέψει στη μαγεία, η κούκλα δεν ζει. Τα παιδιά είναι εξαιρετικά ικανά να βιώνουν τη μια ευθεία και ισότιμη σχέση με την κούκλα κατά την παράσταση, αλλά υποτιμούμε τη νοημοσύνη τους αν πιστεύουμε ότι νομίζουν τις κούκλες πραγματικά ζωτανές.

Όλα αυτά δεν αποτελούν πανάκεια. Εξαρτάται από τον τρόπο που το κάνεις. Η κούκλα, όπως και κάθε τέχνη μπορεί να υπερβεί τα όρια και να γίνει δύσκολη υπόθεση για τον θεατή. Κατά τη γνώμη μου πάντως είναι πολύ πιο τραυματική και επικύνδυνη η προχειρότητα, η ανειλικρίνεια, η αρπαχτική διάθεση, η έλλειψη σεβασμού κλπ, παρά η σκληρότερη εικόνα.

4. Χόφμαν και 1845. Τι αλλάζει σήμερα, αν αλλάζει κάτι; 
Πολλά και τίποτα... Το γεγονός ότι από την εποχή του Χόφμαν μέχρι σήμερα έχει αλλάξει φαινομενικά η θέση των παιδιών στην κοινωνία έχει πολλές όψεις: Σε πολλά μέρη της γης έχουμε σύνταγμα και νομοθεσία που υποτίθεται τα προστατεύει, αλλά τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη από νόμους, μα από ειλικρινείς γονείς που να τα σέβονται σαν νοήμονα όντα με ζωτική επιθυμία ελεύθερης ανάπτυξης.
Πιστεύω ότι ο Χόφμαν προσπάθησε από τότε να σατυρίσει την ανασφαλή στάση των ενηλίκων.
Το έργο του παραμένει επίκαιρο διότι παρόλο που πήγαμε στο φεγγάρι, δεν καταφέραμε ακόμα να προσφέρουμε στα παιδιά μας ένα καθημερινό πολιτισμό που να έχει προοδεύσει και πολύ από τον αρχαϊκό.

5. Ποιος είναι ο στόχος για την ομάδα «Αγιούσαγια»; Πόσο εμπορικό είναι το κουκλοθέατρο σήμερα στην Ελλάδα;
Η λέξη "Αγιούσαγια!" είναι παλιά καρναβαλική ιαχή (από την περιοχή της Άρτας) και σημαίνει κάτι σαν "Γιούρια!". Για μένα το κουκλοθέατρο στάθηκε το καλύτερο εργαλείο για να επικοινωνώ με τον κόσμο γύρω μου και μου έμαθε να αναπτύσσω τεχνικές για κάθε πρόβλημα. Στόχος μου είναι να κάνω κούκλες ελεύθερες να επιλέγουν το δρόμο τους.
Σαν επιχειρηματική δραστηριότητα, το κουκλοθέατρο έχει πολλούς τρόπους να γίνεται εμπορικό. Δυστυχώς δεν τους γνωρίζω. Παρόλα αυτά, εδώ και είκοσι χρόνια ζω αποκλειστικά από αυτό. Δε νομίζω ότι μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα πλουτίσει σαν κουκλοπαίκτης, αλλά είναι από τα λίγα καλλιτεχνικά επαγγέλματα που όντως μπορεί να σε θρέψει. Άλλωστε στην Ελλάδα είμαστε ακόμα σχετικά λίγοι και ο κλάδος δεν μαστίζεται από ανεργία.

6. Βλέπουμε 9 ανεξάρτητες ιστορίες που δεν έχουν σχέση μεταξύ τους. Τι είναι αυτό που τις συνδέει όμως;
Το βιβλίο του Πετροτσουλούφη περιλαμβάνει και μια δέκατη ιστορία, του  "Άγριου Κυνηγού", που δεν την εντάξαμε στην παράσταση, ακριβώς γιατί ενώ είναι ωραιότατη, δεν σχετίζεται άμεσα με τις παιδικές σκανταλιές. Στις υπόλοιπες εννιά, παρουσιάζονται τύποι παιδιών στυλιζαρισμένοι κατά τα στεραιότυπα με τα οποία συνήθως οι μεγάλοι τα ταξινομούν... Ο Ιορδάνης ο Βίαιος, ο Πίπης ο Πιπίλας, ο Πετροτσουλούφης κλπ ενσαρκώνουν παραβατικές συμπεριφορές, ιδιοτροπίες και καπρίτσια που απαντιούνται συχνά στα παιδιά. Αφού λοιπόν δεν υπακούσουν στις νουθεσίες των γονέων τους, την πληρώνουν ακριβά τα παλιόπαιδα!
Στην παράσταση χρησιμοποιήσαμε και τον πρόλογο με τον Άγγελο που ψέλνει το τραγουδάκι από τη "Δεσποινίδα Μαργαρίτα" και τον οποίο στο τέλος καταρίπτει με τη σφεντόνα του ο Ιορδάνης σαν ένδειξη της αμετανόητης παιδικής δράσης. Όλες οι κούκλες μας γράφουν στο πίσω μέρος των ξύλινων κεφαλιών τους "θα το ξανακάνω!".

7. Τι μπορεί να καταστρέψει την ατμόσφαιρα της παράστασης, ειδικά σε μια τόσο μικρή και σκοτεινή αίθουσα σαν «μαύρο κουτί»;
Στην μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων που κάτι δεν πάει καλά, το φταίξιμο είναι δικό μας, των παικτών. Οι ισορροπίες είναι πολύ λεπτές, οι ζωές των μαριονετών κρέμονται από κλωστές και τα όρια μεταξύ αστείου και μακάβριου επίσης εύκολο να χαθούν. Προσωπικά δεν είμαι της γνώμης ότι το θεατρικό κοινό πρέπει να μη γελάει και να μην λαλάει. Εμείς το οδηγούμε και μακάρι να ανταποκρίνεται όπως θέλουμε.

8. Με έναν τρόπο ζωντανεύουν αρκετοί παιδικοί εφιάλτες στην παράσταση. Ποιοι είναι αυτοί; Και για τους μεγάλους, κάθε Πέμπτη; 
Οι εφιάλτες είναι πράγματα που εμείς διδάσκουμε ή υποβάλουμε στα παιδιά μας είτε μέσω απειλών, είτε μέσω προκαταλήψεων και συμπεριφορών, είτε μέσω πραγματικών τραυματικών εμπειριών που δεν κατάφεραμε να επουλώσουμε. Η τέχνη είναι εδώ για να μας βοηθάει. Τελικά όμως πολιτισμός είναι η καθημερινή συμπεριφορά και όχι τα λεγόμενα καλλιτεχνικά γεγονότα.
Με την Ένωση Κουκλοθεάτρου (www.UNIMAhellas.org), σε συνεργασία με το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, έχουμε οργανώσει τις Κυριακές παραστάσεις για παιδιά από εναλλασσόμενους θιάσους και τις Πέμπτες τις Βραδυές Κουκλοθεατρου, για ενηλίκους. Γιατί και μεις οι μεγάλοι τρομαγμένα παιδάκια είμαστε που ψάχνουμε εναγώνια απαντήσεις και διεξόδους, παιχνίδια κι έρωτες με τη ζωή.

9. Πόσο ρεαλιστικές είναι οι ξυλόγλυπτες μαριονέτες που ...διαμελίζονται και γιατί επιλέξατε να μην υπάρχει τίποτα κρυφό, καμία σκηνή ουσιαστικά, όπως είθισται σε αντίστοιχες παραστάσεις;  
Η αισθητική της παράστασης καθορίστηκε με βάση την εικονογράφηση του βιβλίου του Χόφμαν, την ποιητική του λόγου της Τζένης Μαστοράκη και τις κατευθύνσεις που σας προανάφερα. Οι μαριονέτες είναι σκαλισμένες σε ξύλο και το ξύλο είναι μάζα ύλης ρεαλιστικότατη, σκληρή και ηχηρή όταν χτυπάει. Ταυτόχρονα, η κούκλα είναι ένα αλλόκοσμο ποιητικό πλάσμα που συμπυκνώνει στη μικρή ζωή της την απόλυτη ειλικρίνεια. Δεν υποκρίνεται, δεν είναι ηθοποιός. Μας επιδεικνύει την μία και μόνη ζωή της και θυσιάζεται για μας. Δεν υπάρχει ρεαλιστικό κουκλοθέατρο, εκτός κι αν είστε και σεις κούκλα.
Η επιλογή της "διαφάνειας" έγινε ακριβώς για να διαλύσει κάθε υπόνοια "ρεαλιστικής" ψευδαίσθησης. Μετά την παράσταση οι θεατές καλούνται να δουν και να αγγίξουν το ξύλο ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία...

10. Τι διδαχτήκατε στην Πράγα, στην Ακαδημία αρχικά και μετά στο δρόμο; 
Πήγα στην Τσεχοσλοβακία γιατί το 1989 δεν υπήρχαν και πολλά στην Ελλάδα σχετικά την θεατρική κούκλα. Επίσης με ενδιέφερε η κατάσταση πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών που επικρατούσε εκεί τότε. Το πιο βοηθητικό ήταν οι πάρα πολλές παραστάσεις (καλές και κακές) που είδα. Η σχολή είχε καλή υποδομή και μαστόρους, αλλά για να είμαι ειλικρινής, κουκλοθέατρο άρχισα να μαθαίνω από έναν θίασο στο δρόμο που με υιοθέτησε και έζησα μαζί τους. Τώρα πια και στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί τρόποι να μπει κανείς στην τέχνη. Ακόμα μαθαίνω συνεχώς.

11. Σαν πρόεδρος της Unima Hellas ποιο είναι το βασικό μέλημα σας;
Πέραν της ουσιαστικότατης συνεύρεσης μεταξύ των συναδέλφων (οι σχέσεις μας είναι οικογενειακές), η Ένωση έχει βοηθήσει την ανάπτυξη του κουκλοθεάτρου σε πολλά επίπεδα. Προσπαθούμε να την προάγουμε σε όλο και μεγαλύτερο κοινό και να αποδεικνύουμε πρώτα με τις παραστάσεις μας και μετά με τη συλλογική δράση ότι όντως υπάρχει η δυνατότητα να συνδυάσεις στη ζωή σου το πάθος για την εξερεύνηση του κόσμου με την  επάγγελματική δραστηριότητα και οι υπόλοιποι να εκτιμούν το αποτέλεσμα.

12. Σε ποιους δεν θα προτείνατε να έρθουν να δουν τον «Πετροτσουλούφη»;  
Προτείνω σε όλους να τον δουν. Είμαστε ανοικτοί σε κάθε ματιά και υποστηρίζουμε τις επιλογές μας ανεπιφύλακτα.  Όλες μας οι παραστάσεις είναι για όλους και τους ευχαριστούμε που μας προκαλούν με τις προσωπικότητές τους.
  
 
Συνέντευξη για την Παγκόσμια Ημέρα Κουκλοθεάτρου 2012,
Στην Μαρία Κρύου, για το περιοδικό ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

Θέατρο φιγούρας, μαριονέτας, εικαστικό θέατρο, θέατρο σκιών κ.α. Όπως φαίνεται είναι πολλά τα είδη θεάτρου κούκλας. Πόσο μεγάλες είναι οι διαφορές τους κα ποια απ' όλα τα είδη είναι κατάλληλο για να πολύ μικρά παιδιά που έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με το κουκλοθέατρο;
Οι ταξινομήσεις και οι διαχωρισμοί σε «υπο-είδη» είναι διαφόρων τύπων. Άλλες βασίζονται στην τεχνική χειρισμού (μαριονέτες, γαντόκουκλες, θέατρο σκιών κλπ), άλλες στο μέγεθος (γιγαντόκουκλες), άλλες θέλοντας να τονίσουν ορισμένες αισθητικές, σκηνοθετικές ή σκηνογραφικές επιλογές (εικαστικό θέατρο, θέατρο φιγούρας) κ.α. Τεχνικά ή στατιστικά οι όροι αυτοί είναι δόκιμοι, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το κουκλοθέατρο -και επιμένουμε σε αυτή τη λέξη ακριβώς για να δείξουμε τη ενότητα και συνέχεια της τέχνης με την παράδοση- είναι το Θέατρο της Εμψύχωσης, το θέατρο όπου τα άψυχα αντικείμενα παίρνουν ζωή και μετατρέπονται σε ανεξάρτητους χαρακτήρες, με όποιο τρόπο κι αν γίνεται αυτό. Έτσι,  από μια άποψη, οι ταξινομήσεις είναι αυθαίρετες: οι κούκλες μεταξύ τους δεν έχουν τέτοια προβλήματα «ρατσιστικών» συμπεριφορών. Άλλωστε, οι όροι αυτοί είναι πολύ γενικοί και στην πράξη μια κούκλα ή μια παράσταση μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα σε πολλές κατηγορίες.
Οι διαφορές στις οποίες αναφέρεται η όποια ταξινόμηση (ειδικά αν ο καλλιτέχνης συνειδητά επιλέγει ένα «είδος», αλλά και ερήμην του) υπάρχουν: η κάθε τεχνική προσφέρει άλλα αποτελέσματα, τόσο κινησιολογικά, αισθητικά, ρυθμού, κλπ στις κούκλες, όσο και σχέσης του παίκτη με την κούκλα, με τον χώρο και με το κοινό, αλλά αυτό τελικά ισχύει για την παραμικρή επιλογή που κάνει κανείς τόσο στην κατασκευή όσο και στην σκηνοθεσία της κούκλας.
Για τα παιδιά, το πιο κατάλληλο είδος είναι οι ποιητικές παραστάσεις. Αυτό δεν εξαρτάται καθόλου από την τεχνική χειρισμού ή το είδος κούκλας, αλλά από το πάθος και την αφοσίωση του κουκλοπαίκτη στις κούκλες και τη δουλειά του, τον καλό σχεδιασμό, την μαγική δραματουργία και άλλα τέτοιας φύσεως πράγματα.

Στις παραστάσεις θεάτρου κούκλας βρίσκει χώρο να εισχωρήσει και η performance τα τελευταία χρόνια. Θα λέγατε πως οι προτάσεις των νέων καλλιτεχνών εμπλουτίζονται με νέα στοιχεία; Αν ναι, ποια είναι αυτά (αφορούν τις τεχνικές, τη θεματολογία;)
Πράγματι, τα τελευταία είκοσι με τριάντα χρόνια, συντελείται και στην Ελλάδα αυτό που στην Ευρώπη ξεκίνησε στις αρχές του εικοστού αιώνα: τίποτε λιγότερο από μια ραγδαία επαναστατική διεύρυνση του ορίζοντα της τέχνης μας. Ένας λόγος γι’ αυτό είναι ότι η κούκλα και ο πλούτος της «ανακαλύφθηκε» σαν εκφραστικό μέσο από καλλιτέχνες άλλων χώρων (σκηνοθέτες, σκηνογράφους, εικαστικούς, χορογράφους κλπ). Η εύκολη και συχνή πλέον επαφή με το παγκόσμιο σύγχρονο θέατρο -μέσω φεστιβάλ, ταξιδιών και σπουδών στο εξωτερικό, το διαδίκτυο κλπ- επιτάχυνε με εκθετικό τρόπο τη διαδικασία και σήμερα συναντούμε κι εδώ όλες τις παραλλαγές σύμμειξης των παραστατικών τεχνών μεταξύ τους καθώς και με την κούκλα. Η διεύρυνση αυτή αφορά όλα τα επίπεδα: νέες αντιλήψεις, νέες σχέσεις, νέα ζητούμενα, νέες τεχνικές, νέα υλικά και νέοι άνθρωποι. Η θεματολογία επίσης έχει επηρεαστεί, κυρίως στο ότι δεν περιορίζεται πια στην αντίληψη ότι μόνο «παραμυθάκια» (υποτιμητικός όρος που πρώτα απ’ όλα υποτιμά τα παιδιά και μετά τα παραμύθια) είναι κατάλληλα και έχει επεκταθεί σε όλες τις κατευθύνσεις (φυσικά αυτό περιλαμβάνει και έργα για ενηλίκους).
Βεβαίως, ούτε η παραδοσιακή θεματολογία, ούτε η παραδοσιακή τεχνική και τεχνολογία έχουν εγκαταλειφθεί, αλλά ανθούν ακόμα και στατιστικά μάλλον υπερισχύουν.


Ποια είναι η δράση της Unima και πόσες ομάδες δραστηριοποιούνται στον ελληνικό χώρο (όταν πρωτο-δημιουργήθηκε πόσα ήταν τα μέλη και πόσα είναι σήμερα).
Η UNIMA και σε διεθνές επίπεδο και σε τοπικό έχει παίξει πολύ σημαντικό ρόλο σε όλα τα παραπάνω. Ειδικά στη χώρα μας, οι κουκλοπαίκτες έχουμε την τύχη να έχουμε πολύ καλές σχέσεις μεταξύ μας, σπάνιο πράγμα που μας επιτρέπει δράσεις αληθινά συλλογικές κι αυτό να αντανακλάται θετικά και στο κοινό που συμμετέχει. Κάθε Μάρτιο οργανώνουμε μια μεγάλη γιορτή για την Παγκόσμια Ημέρα, αλλά και εργαστήρια, ημερίδες, εκδόσεις, εκθέσεις κ.α. στη διάρκεια της χρονιάς. Εδώ και τρία χρόνια έχουμε σταθερή συνεργασία με το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (www.mcf.gr), όπου κάθε Κυριακή γίνονται παραστάσεις από θιάσους μας, φιλοξενεί τη γραμματεία μας και πολύ σύντομα θα φιλοξενεί και μια βιβλιοθήκη-αναγνωστήριο-κέντρο πληροφόρησης στο φουαγέ του.

Τι σας έλκει σ' αυτή την τέχνη;
Η ποιητική συμπύκνωση της ύλης και η μαγική τελετουργία της εμψύχωσης μέσω του θεατή. Η τέλεια ειλικρίνεια της κούκλας που εκθέτει τη ζωή της και θυσιάζεται για χάρη μας. Υποκλινόμαστε και την υπηρετούμε. Επίσης η εφευρετικότητα και η χειρωνακτική εργασία σε όλα τα επίπεδα που απαιτείται.

Τι πιστεύετε πως έλκει τα παιδιά;
Η δυνατότητα να παίξουν με το φανταστικό και το αδύνατο, να διαχειριστούν με ασφάλεια θέματα που τα απασχολούν, να συμμετάσχουν σε ένα κόσμο μαγικό σε οικεία κλίμακα και να εξερευνήσουν τον πραγματικό κόσμο παρατηρώντας πλασματάκια (επιτέλους) πιο μικρά από τα ίδια να παρωδούν τα κουσούρια των «μεγάλων».

Υπάρχει στήριξη από το κράτος; Τι ισχύει για τις άλλες χώρες και τι για την Ελλάδα.
Το επίσημο ελληνικό κράτος και οι υπάλληλοί του, έχουν ελάχιστη ή καθόλου ιδέα για το τι συμβαίνει με το κουκλοθέατρο. Σε κάποιες (λίγες αναλογικά) περιπτώσεις έχει βοηθήσει οικονομικά παραγωγές, αλλά και ταξίδια θιάσων μας σε διεθνή φεστιβάλ του εξωτερικού καθώς επίσης και διοργανώσεις στην Ελλάδα. Αν το συγκρίνεις φυσικά με χώρες όπως η Γαλλία που (παρά τις τελευταίες περικοπές) υπάρχει ένας τεράστιος μηχανισμός στήριξης και μια ανάλογη κουλτούρα, μοιάζει πενιχρό, αλλά δεν είναι και περίεργο αφού αυτό συμβαίνει σε όλους τους καλλιτεχνικούς κλάδους. Θα μπορούσαν πάντως να έχουν γίνει περισσότερα βήματα, κυρίως όσον αφορά το νομικό πλαίσιο (π.χ. η φορολογική αντιμετώπιση των κουκλο-θιάσων ή οι απαγορεύσεις θεαμάτων κούκλας στο δρόμο) και θεσμικό (δημιουργία σκηνών, φεστιβάλ κλπ).

Το φεστιβάλ στην Τεχνόπολη γίνεται για πρώτη φόρα; Τι θα δούμε (ποιες ηλικιακές ομάδες αφορά);
Η γιορτή για την Παγκόσμια Ημέρα γίνεται από το 2006, αλλά κάθε χρόνο μεγαλώνει και βελτιώνεται. Φέτος έχουμε την τύχη να μας φιλοξενεί η «ΤΕΧΝΟΠΟΛΙΣ» του Δήμου Αθηναίων και να μας προσφέρει τόσο τους ωραίους και κεντρικούς μεγάλους χώρους της, όσο και τεχνική βοήθεια και υποδομή που θα κάνουν τη διοργάνωση δυναμικότερη, αλλά και πιο απαιτητική...
Το πρόγραμμα περιλαμβάνει περί των 30 παραστάσεων, εργαστήρια, έκθεση, προβολές, συναυλίες και χορό και απευθύνεται πραγματικά σε όλους, μηδενός εξαιρουμένου!

Πόσα φεστιβάλ θεάτρου κούκλας γίνονται στη χώρα μας;
Αν και στο παρελθόν υπήρξαν κι άλλα μεγάλα διεθνή φεστιβάλ κούκλας (στην Κρήτη, στην Ύδρα, και στην Καλλιθέα), αυτή τη στιγμή συνεχίζει (και ευτυχώς έχει ριζώσει γερά) μόνο το Διεθνές Φεστιβάλ Κουκλοθεάτρου και Παντομίμας του Δήμου Κιλκίς (www.kilkis-festival.gr), κάθε Οκτώβρη. Στα πλαίσια αυτού, τα τελευταία χρόνια γίνεται και το Φεστιβάλ νέων Ελλήνων Κουκλοπαικτών (τέλη Σεπτέμβρη). Υπάρχει επίσης το Φεστιβάλ Θεάτρου Σκιών στην Πάτρα (www.depap.gr) που εστιάζει κυρίως στον Καραγκιόζη, αλλά και γενικότερα στην τεχνική της σκιάς.
Πιο μικρής κλίμακας ελληνικά φεστιβάλ γίνονται περιστασιακά κυρίως από Δήμους και συνήθως με πρωτοβουλία κουκλοπαικτών.

Πιο φεστιβάλ στην Αθήνα ή στο εξωτερικό αξίζει να δουν τα παιδιά έστω και μια φορά στη ζωή τους;
Τα παιδιά έχουν ανάγκη από σταθερή περιοδική σχέση με τη μαγεία της κούκλας και ευτυχώς σήμερα υπάρχουν και μόνιμα θέατρα και περιπλανώμενοι θίασοι και καλές παραγωγές να δουν. Είναι σημαντικό μετά την παράσταση να συνεχίζεται η αξιοποίηση της εμπειρίας (τα παιδιά ούτως ή άλλως το κάνουν) κι αυτό θέλει και το χρόνο του. Στα φεστιβάλ συχνά υπάρχει ένας καταιγισμός που δεν αφήνει πολλά περιθώρια επεξεργασίας. Αναμφίβολα όμως δίνουν και τη δυνατότητα να δεις μια ποικιλία που αλλιώς δύσκολα βρίσκεις. Πρώτος στόχος σας λοιπόν είναι η Γιορτή για την Παγκόσμια Ημέρα Κουκλοθεάτρου στις 24 και 25 Μαρτίου, στην «Τεχνόπολις» και επόμενος το φεστιβάλ του Κιλκίς τον Οκτώβρη. Αν κάποιοι έχουν την τύχη να ταξιδεύουν στο εξωτερικό, υπάρχουν μεγάλα διεθνή φεστιβάλ σε πάρα πολλές πόλεις, με μεγαλύτερο αυτό στο Charleville-Mezieres στη Γαλλία.



Συνέντευξη για την Παγκόσμια Ημέρα Κουκλοθεάτρου,
Στον Σπύρο Κακουριώτη (εφημερίδα ΑΥΓΗ)

1. Η λέξη κουκλοθέατρο στο μυαλό των παλαιότερων φέρνει τον Mπαρμπα-Μυτούση. Πόσο έχει προχωρήσει το ελληνικό κουκλοθέατρο στην κατεύθυνση της καλλιτεχνικής του ωρίμανσης σε σχέση με εκείνη την εποχή;
Το γεγονός ότι στις μέρες μας υπάρχει μεγάλο πλήθος παραστάσεων κουκλοθεάτρου που συνεχίζουν στα χνάρια του Μπαρμπα-Μυτούση σε όλα τα επίπεδα, αλλά και μεγάλο πλήθος κοινού (μάλλον πλειοψηφία) που αυτό ζητάει και αυτό περιμένει, δείχνει ότι η εποχή του Κλούβιου δεν έχει παρέλθει. Ταυτόχρονα όμως, τα τελευταία είκοσι με τριάντα χρόνια, πράγματι υπάρχει ένα ισχυρότατο ρεύμα ανανέωσης της τέχνης μας. Μια νέα και γενναία γενιά κουκλοθεατρίνων που συνεχώς δυναμώνει και διευρύνεται, ερευνά, εφευρίσκει, πειραματίζεται και έχει αυτή τη στιγμή καταφέρει να έχουμε και στην Ελλάδα όλες σχεδόν τις εκδοχές και τάσεις θεάτρου κούκλας που υπάρχουν στην Ευρώπη. Καθώς η επαφή με το παγκόσμιο σύγχρονο θέατρο έχει διευκολυνθεί πάρα πολύ, τα ερεθίσματα και οι πηγές είναι εξαιρετικά πολλές. Το στοίχημα είναι με ποιό τρόπο θα γίνει η αφομοίωση ώστε το αποτέλεσμα να μην είναι αποτέλεσμα καλλιτεχνικού τουρισμού, αλλά δυναμικής σύνθεσης και βαθιάς, ουσιαστικής επιλογής.
Παρόλο που δεν πρέπει να υποτιμούμε τον «Μπάρμπα» μας και να παριστάνουμε ότι δεν έχουμε καμία σχέση μαζί του, αυτό που ονομάζετε «καλλιτεχνική ωρίμανση» θα το εντοπίζαμε βασικά στα εξής: 1. Η θεματολογία έχει αποκολληθεί από τον διδακτισμό, 2. Η δραματουργία δεν στηρίζεται στον έναρθρο λόγο και οι κούκλες έχουν κατακτήσει το δικαίωμα στη σιωπή, 3. Οι τεχνικές σχεδιασμού, κατασκευής και χειρισμού έχουν διευρυνθεί ώστε να προσφέρονται σκηνοθετικές επιλογές πολλών επιπέδων, εστίασης στην ποίηση της εικόνας κι όχι στην «ρεαλιστική» περιγραφή της ζωής και αντίστροφα, 4. Η αισθητική και η οπτική αφήγηση έχει ξεφύγει από αυτήν του «νηπιαγωγείου» -όπου όλα πρέπει να είναι ροζ. 5. Συνδυασμός με άλλες παραστατικές τέχνες (μιμική, χορός, θέατρο) και νέες σχέσεις μεταξύ κουκλοπαίκτη-κούκλας-χώρου-κοινού 6. Η έννοια της κούκλας έχει επαναπροσδιοριστεί για να περιλάβει και αντικείμενα που πριν δεν νοούνταν ως κούκλες. Από κει και πέρα υπάρχει μια πληθώρα επιμέρους στοιχείων, συμβάσεων, περιορισμών και σχέσεων που αλλάζουν ανάλογα με τις καταβολές και τα ενδιαφέροντα του κάθε κουκλοπαίκτη.
Αντίστοιχη είναι και η ωρίμανση του κοινού, αλλά αυτό κι αν θέλει χρόνο να αλλάξει... Στην Ευρώπη -που η ανανέωση αυτή έχει ξεκινήσει εδώ και εκατό χρόνια- αντιμετωπίζουν ακόμα τα ίδια προβλήματα προκαταλήψεων και προτιμήσεων του κοινού.


2. Πόσες ομάδες ασχολούνται στη χώρα μας με την τέχνη της κούκλας; Τι είναι η UNIMA;
Αν εξαιρέσουμε τους Καραγκιοζοπαίκτες σαν ειδική κατηγορία κουκλοπαικτών (και πρέπει να είναι γύρω στους 30), οι επαγγελματικοί θίασοι κουκλοθεάτρου με τουλάχιστον πέντε χρόνια εμπειρίας (ασχέτως τεχνικής ή άλλων επιλογών) είναι γύρω στους 40 πανελλαδικά. Υπάρχουν και πολλοί που κάνουν περιστασιακά παραστάσεις σαν δεύτερη ασχολία ή επαγγελματίες άλλων κλάδων (κυρίως της εκπαίδευσης και της θεραπείας) που χρησιμοποιούν την κούκλα σαν εργαλείο στη δουλειά τους.
Η UNIMA είναι ο πρώτος διεθνής θεατρικός οργανισμός. Ιδρύθηκε στην Πράγα το 1929 και σήμερα εδρεύει στη Γαλλία. Έχει εθνικά κέντρα σε περίπου 70 χώρες και στόχος της είναι να ενώνει τους κουκλοπαίκτες, να συμβάλει στην προώθηση της ανταλλαγής και της συνεργασίας μεταξύ τους. Το δικό μας κέντρο γεννήθηκε το 1990 και έχει βοηθήσει πάρα πολύ την εξέλιξη της τέχνης μας με ποικίλες δράσεις: παραστάσεις, συναντήσεις, φεστιβάλ, ημερίδες και συνέδρια, εκθέσεις και εκδόσεις, εργαστήρια κι επιμορφωτικά προγράμματα για τους ίδιους τους κουκλοπαίκτες, αλλά και κάθε ενδιαφερόμενο. Κάθε Μάρτιο οργανώνουμε μια μεγάλη γιορτή για την Παγκόσμια Ημέρα, αλλά και εργαστήρια, ημερίδες, εκδόσεις, εκθέσεις κ.α. στη διάρκεια της χρονιάς. Εδώ και τρία χρόνια έχουμε σταθερή συνεργασία με το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (www.mcf.gr), όπου κάθε Κυριακή γίνονται παραστάσεις από θιάσους μας, φιλοξενεί τη γραμματεία μας και πολύ σύντομα θα φιλοξενεί και μια βιβλιοθήκη-αναγνωστήριο-κέντρο πληροφόρησης στο φουαγέ του. Μέλη της ένωσης μπορούν να γίνουν όλοι οι φίλοι της κούκλας.

3. Το ελληνικό κουκλοθέατρο απευθύνεται μονάχα στα παιδιά και τους γονείς τους; Πώς αντιμετωπίζουν ένα τέτοιο θέαμα τα σημερινά παιδιά, που βομβαρδίζονται από τηλεοπτικές εικόνες και πώς οι ενήλικες;
Το κουκλοθέατρο είναι μια τέχνη για όλους τους ανθρώπους. Παρά τον βομβαρδισμό και την κυριαρχία της τηλεόρασης δεν έχει χάσει ούτε στάλα από τη δυναμική του και στο βαθμό που εμείς οι κουκλοπαίκτες προσφέρουμε την ψυχή μας, το κοινό όχι μόνο ανταποκρίνεται, αλλά ανακαλύπτει έκπληκτο ότι η τηλεόραση δεν έχει καταφέρει ούτε να του καλύψει ούτε να αλλοτριώσει τις ανθρώπινες ανάγκες της κοινωνικής τελετουργίας, της μαγείας, της αυτο-παρωδίας και αυτοσαρκασμού, του γέλιου και της βαθιάς συγκίνησης. Το θέατρο είναι ζωντανός διάλογος, είναι συμμετοχικό μέσο ποίησης. Την μισή δουλειά την κάνουν οι θεατές. Και παρόλο που οι περισσότεροι έχουμε πάψει να είμαστε παραγωγοί κι έχουμε μετατραπεί σε καταναλωτές, η διαδικασία μας ξαφνιάζει ευχάριστα. Ειδικά τα παιδιά -για τα οποία η εμψύχωση είναι ακόμα εξαιρετικά ισχυρό και ζωτικά αναγκαίο εργαλείο εξερεύνησης του κόσμου- βρίσκονται στο στοιχείο τους. Οι ενήλικες που έχουν λογικευτεί και υποτίθεται κατέχουν την αλήθεια -όταν ξεπεράσουν την προκατάληψη ότι οι κούκλες είναι για τα «παιδάκια» και δουν την παράσταση- μαγεύονται επίσης και ντρέπονται να παραδεχτούν ότι τελικά δεν έχουν μεγαλώσει και τόσο...

4. Πώς σκοπεύετε να εορτάσετε την Παγκόσμια Ημέρα Κουκλοθεάτρου;
Σαν οικογένεια που καλεί τους φίλους της σε πάρτι... Έχουμε το προνόμιο να έχουμε καλές σχέσεις μεταξύ μας, να σεβόμαστε ο ένας το έργο του άλλου και ως εκ τούτου οι δράσεις μας είναι πραγματικά συλλογικές. Συμμετέχουμε στην UNIMA αφιλοκερδώς και προσφέρουμε εθελοντικά τις παραστάσεις και τον κόπο μας για το καλό όλων των κουκλών του κόσμου. Αυτή την αίσθηση ειλικρινούς αφοσίωσης θέλουμε να δίνει η γιορτή μας γιατί οι κούκλες μας το αξίζουν...


Συνέντευξη στον Αλέξανδρο Γερασίμου, για το online περιοδικό ECHOMOVE (Σεπτ. 2011) www.echomove.gr 
1.Πότε ξεκίνησε η προσπάθεια που ακούει στο όνομα Αγιούσαγια ; 
Δεν πρόκειται για «προσπάθεια», αλλά -δίχως ίχνος υπερβολής ή περιαυτολογίας- για αγώνα ζωής και θανάτου, με το μυαλό, την ψυχή και το σώμα. Όταν το 1989 αποφάσισα να γίνω κουκλοπαίκτης προκειμένου να συγκεντρωθώ σε ένα πράγμα, το έκανα γιατί, στη λογική μου, έμοιαζε να συνδυάζει όλα όσα μέχρι εκείνη τη στιγμή με ενδιέφεραν: ήμουν σε μια θεατρική ομάδα, έπαιζα μουσική σε γκρουπάκια, ζωγράφιζα, έφτιαχνα γλυπτά και παντός είδους μηχανικές εφευρέσεις και με ενδιέφεραν επίσης τα παιδιά και η ενασχόληση μαζί τους (τότε ήθελα να γίνω δάσκαλος δημοτικού). Σύντομα μου αποδείχτηκε ότι το κουκλοθέατρο, όχι μόνο όντως συνδύαζε τα παραπάνω, αλλά αποτελούσε μια μοναδικής δυναμικής σύνθεσή τους, μια εντελώς ανεξάρτητη τέχνη, με δική της ιστορία, παραδόσεις, σχολές, τρόπους, τεχνικές και ένα ορίζοντα απέραντο. Το Κουκλοθέατρο Αγιούσαγια! γεννήθηκε το 1992, στην Πράγα της Τσεχοσλοβακίας, όταν πια ήξερα ότι είχα ανακαλύψει το εργαλείο που χρειαζόμουν εναγωνίως για να συνδιαλλαγώ με τον γύρω κόσμο. Και με αυτή την έννοια, χρωστώ στο κουκλοθέατρο την επιβίωσή μου, όχι μόνο γιατί από τότε μου δίνει ψωμί να τρώω, αλλά κύρια γιατί μου επιτρέπει να εξερευνώ και να ερμηνεύω τον κόσμο και τους ανθρώπους και να τους προσφέρω τον καλύτερο εαυτό μου, τα οράματα και τους προβληματισμούς μου.

2.Κρύβεται κάποια ιστορία πίσω από την ονομασία του κουκλοθεάτρου σου; Συμβολίζει κάτι η λέξη Αγιούσαγια ;
Την επωνυμία του κουκλοθεάτρου μου την οφείλω στον μοναδικό Γιάννη Κιουρτσάκη και τις έρευνές του για την λαϊκή παράδοση και τον Καραγκιόζη. Στο εξαίρετο έργο του, «Καρναβάλι και Καραγκιόζης», υπάρχει μια αναφορά σε παλιά καρναβάλια και λαϊκά δρώμενα στην περιοχή της Άρτας: «...-οι αγρότες- γυρνούσαν καβάλα στο γομάρι τον βουλευτή και στον κλέφτη φοροεισπράκτορα φωνάζοντας Αγιούσαγια!...». Μόλις το διάβασα κατάλαβα αμέσως ότι αυτό ήταν. Μια επιθετική λέξη που να προέρχεται από το καρναβάλι και να συνδέει στην λαϊκή τελετουργία με την κοινωνική έως και πολιτική διάσταση της γιορτής! «Αγιούσαγια!» στα καρναβαλικά σημαίνει «γιούρια!». Δυστυχώς, όσο κι αν έψαξα, δεν υπάρχει άλλη αναφορά ή στοιχείο γι’ αυτή τη λέξη εκτός από τον λαογράφο που την κατέγραψε στα τέλη του 19ου αιώνα (απ’ αυτόν την πήρε κι ο Κιουρτσάκης). Ένας Ινδονήσιος κουκλοπαίκτης μου είχε πει ότι, στη γλώσσα του, ayu-sayong σημαίνει «εγώ αγαπώ» ή κάτι τέτοιο... Aν την βάλεις στο google, εμφανίζονται πάρα πολλές σελίδες στα γιαπωνέζικα.

3.Ποια φιλοσοφία διέπει το κουκλοθέατρο ; 
Το κουκλοθέατρο είναι μια τέχνη και όπως όλες οι τέχνες, είναι εργαλεία φτιαγμένα από και για τον άνθρωπο. Πιστεύω ότι, όπως η ζωγραφική είναι η τέχνη της εικόνας, η μουσική η τέχνη των ήχων, το θέατρο η τέχνη του ανθρώπου κοκ, το κουκλοθέατρο είναι η τέχνη της ζωής, η τέχνη της νεκρής ύλης που ξαφνικά ανασταίνεται, η τέχνη της Υλο-Ποίησης. Είναι η τέχνη της εμψύχωσης του νεκρού και γι’ αυτό η κατεξοχήν τέχνη της νίκης επί του θανάτου –ή , για να μην ακούγεται τόσο δραματικό, η τέχνη της γελοιοποίησης του θανάτου. Είναι η τέχνη που μας βοηθά -όπως λέει ο Σούμαν- «...να υπομένουμε τον θάνατο -ή τις γεμάτες θάνατο ζωές μας- με χάρη». Οι κούκλες, τα εμψυχούμενα αντικείμενα, αποτελούν πανάρχαιο ιερό τελετουργικό αντικείμενο και παρόλο που ήδη διανύουμε τον 21ο αιώνα, συνεχίζουν να ασκούν τη μαγική τους δύναμη στον άνθρωπο. Ακόμα και στην πιο σαχλή παράσταση με κούκλες, ο θεατής αναζητά -και συχνά βρίσκει- αυτή τη δύναμη ή έστω κομμάτια της. Αυτό, από τη μια μεριά υποδεικνύει ότι ο άνθρωπος δεν έχει εξελιχθεί και πολύ από το αρχαϊκό στάδιο του εαυτού του, από την άλλη σημαίνει ότι οι κούκλες διατηρούν τη θέση τους σε σχέση με τις ανάγκες και τους φόβους του. Η κούκλα είναι η απόλυτη παρωδία του ανθρώπινου είδους, του φαινομένου που ονομάζουμε «ζωή» και καθώς δεν υποκρίνεται, αλλά εκθέτει την ίδια τη ζωή της με ειλικρίνεια, μπορεί να είναι συνάμα και η πιο δραματική έκφρασή της.

4.Το κουκλοθέατρο Αγιούσαγια! ανεβάζει κάθε χρόνο σημαντικές παραστάσεις. Η πιο πρόσφατη δουλειά είναι το έργο «Ένα Μαμούθ στον Υπολογιστή μου», το οποίο μάλιστα έχει και εκπαιδευτικό χαρακτήρα… 
Παρόλο που τα προσωπικά μου ενδιαφέροντα είναι πολύ πιο ευρεία θεατρικά και ποιητικά, το «Μαμούθ» είναι πράγματι φτιαγμένο κυρίως για εκπαιδευτικό περιβάλλον. Έχει σαν βασικό αντικείμενο τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τη δομή, τη λειτουργία και τις εφαρμογές τους, αλλά όλα αυτά προσπαθεί να τα τοποθετήσει στο ευρύτερο πλαίσιο της τεχνολογίας σε σχέση με τον άνθρωπο και την εξέλιξη του πολιτισμού. Θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό να κατανοούμε (και ιδιαίτερα τα νέα παιδιά για τα οποία οι υπολογιστές είναι κάτι το αυτονόητο και πανταχού-παρόν-και-τα-πάντα-πληρόν μηχάνημα) τη θέση και τη σχέση τους με την υπόλοιπη εργαλειοθήκη της ανθρωπότητας, τις ανάγκες και τα οράματα που τους γέννησαν, ώστε να τους εκτιμούμε στις πραγματικές τους διαστάσεις και να μην ξεχνάμε ότι είναι απλά ένα ακόμα εργαλείο κι όμως ήδη επηρεάζει τις ζωές μας σημαντικά, καλά και κακά. Θεατρικά, το «Μαμούθ» είναι ένα πείραμα άμεσου χειρισμού της κούκλας, λεκτικού αυτοσχεδιασμού και επικοινωνίας με τον θεατή, καθώς και συνύπαρξης της κούκλας και ψηφιακής τεχνολογίας επί σκηνής. Αν έχετε φίλους εκπαιδευτικούς να τους το προτείνετε για το σχολείο τους...

5. Με την ιδιότητα του προέδρου της Unima Hellas σε τι στοχεύετε όσον αφορά τις παραστάσεις και τους κουκλοπαίχτες στη χώρα μας και κατά πόσο είναι εφικτή η προώθηση και η στήριξη των ομάδων που δραστηριοποιούνται επαγγελματικά στο χώρο; 
Η UNIMA, το Ελληνικό Κέντρο της Διεθνούς Ένωσης Κουκλοθεάτρου, από το 1990 που ιδρύθηκε έχει βοηθήσει πάρα πολύ στην ανάπτυξη της τέχνης μας στη χώρα, με πίκλες δράσεις, διοργανώσεις, συνεργασίες με άλλους φορείς, εκδόσεις κλπ. Από πέρυσι, η γραμματεία μας στεγάζεται σε γραφείο που μας παραχώρησε ευγενικά το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, με το οποίο συνεργαζόμαστε και ήδη οργανώνουμε για φέτος παραστάσεις κάθε Κυριακή, μια Συνάντηση για το κουκλοθέατρο στην εκπαίδευση, ένα τριήμερο με κουκλοθέατρο για ενήλικες, πιθανά μια έκθεση, αλλά και εργαστήρια μεσαίας διάρκειας για εκπαιδευτικούς. Η μεγάλη μας κατάκτηση στην UNIMA, είναι οι πολύ καλές σχέσεις μεταξύ μας και η πραγματικά συλλογική σκέψη και δράση. Παρόλο που δεν διαθέτουμε χρήματα ή μεγάλα μέσα, αυτά μας επιτρέπουν να κάνουμε καλή δουλειά και ο κόσμος να εκτιμά την αντανάκλαση του πάθους και αφοσίωσης που εισπράττει. Σαν Ένωση αλληλο-στηριζόμαστε σε πολλά επίπεδα, από το απλό της ενημέρωσης και ανταλλαγής, μέχρι τράπεζα αίματος για κουκλοπαίκτες που τώρα οργανώνουμε... Προς τα έξω τα βήματα είναι σχετικά μικρά, αλλά σταθερά. Και βέβαια μπορείς να στηρίξεις την τέχνη σου μαζί με τους ομότεχνους! Αλίμονο σου αν δε μπορείς... Μπείτε στη σελίδα μας www.unimahellas.org για περισσότερα...

6. Διάβασα σε ένα κείμενο σας ότι «το θέατρο δρόμου πολλοί το ευαγγελίζονται αλλά λίγοι το κάνουν». Πως βλέπετε την παρουσία και την εξέλιξη του θεάτρου δρόμου στην Ελλάδα ; 
Αν δεν απατώμαι, δεν έγραφα «λίγοι», αλλά «ελάχιστοι»! Το κουκλοθέατρο και το θέατρο δρόμου υπάρχει από αρχαιοτάτων χρόνων σε όλο τον κόσμο. Δεν χάθηκε ποτέ, δεν σταμάτησε ποτέ, αντιθέτως, σε πολλές περιπτώσεις που το θέατρο δέχτηκε επιθέσεις και διωγμούς στις αίθουσες, το θέατρο δρόμου κράτησε αναμμένη τη φλόγα για να ξαναχτυπήσει με την πρώτη ευκαιρία. Στην Ευρώπη από τη δεκαετία του εξήντα και στην Ελλάδα, τα τελευταία είκοσι και κυρίως δέκα χρόνια, ο δρόμος έχει «ξανα-ανακαλυφθεί» από πιο «ψαγμένους» θεατρίνους, ενώ παράλληλα ποτέ δεν έπαψε να υπάρχει η πλατιά λαϊκή παράδοση των τεχνών του δρόμου. Όλο και περισσότερες ομάδες συζητούν για το δρόμο και τον θεωρούν ως ένα άμεσο πεδίο δράσης, πειραματισμού και προσέγγισης του κοινού στον φυσικό του χώρο. Αυτό είναι φυσικά καλό. Το σχόλιό μου αφορούσε την περισσή κουβέντα, ενώ ιδού ο δρόμος, ιδού και το πήδημα! Είναι όντως παλούκι και θέλει πολύ πείσμα να υπηρετήσεις τον περαστικό κοσμάκη, ο οποίος σε χρειάζεται καθημερινά εκεί έξω και αυτό είναι και το στοίχημα: να είσαι κομμάτι του και όχι άνωθεν αλεξιπτωτιστής. Γίνεται πολύς λόγος για «αναγνώριση», «καταξίωση» κλπ. Τον περαστικό ποιος θα τον καταξιώσει; Το να σε επιχορηγεί το κράτος για να παίζεις, νομίζω διαλύει την πολύ μεγάλης σημασίας σχέση εξάρτησης του παίκτη από την εκτίμηση του κοινού και μεταφέρει στο δρόμο κουσούρια του υπόλοιπου θεάτρου: είναι εύκολο να ρίξεις την έλλειψη επικοινωνίας στον θεατή, ενώ το φταίξιμο είναι όλο δικό σου. Ακόμα και το εκνευριστικό κυνήγι από την αστυνομία, θα έλεγα ότι είναι κάτι που πρέπει να επιζητούμε κατά βάθος, όσο κι αν αξίζει και οφείλουμε να διεκδικούμε το δικαίωμά μας να παίζουμε ελεύθερα. Η ελευθερία πρέπει να είναι ενιαία για όλους και σε όλα τα επίπεδα. Πάντως οι κουκλοπαίκτες νομίζω έχουν τα πρωτεία στην συχνότητα παρουσίας στους δρόμους (χα).

7.Εχετε λάβει μέρος σε διεθνή φεστιβάλ της Ευρώπης. Πως αντιμετωπίζουν εκεί τα κουκλοθέατρα και ποιες οι διαφορές με τα δικά μας εργαστήρια ; 
Το κουκλοθέατρο είναι η πιο διεθνής και διεθνιστική γλώσσα επικοινωνίας γιατί βασίζεται, πηγάζει και υπηρετεί τόσο βαθιά ανθρώπινα στοιχειά και δαιμόνια που τα μοιράζονται όλοι οι λαοί, όλοι οι άνθρωποι της γης. Δεν χρειάζεται καμία «θεατρική παιδεία» για να επικοινωνήσει κανείς με τις κούκλες κι αυτό διότι το πρώτο και βασικότερο που περιμένει ο θεατής από τις κούκλες είναι να τις δει να ζωντανεύουν. Άπαξ και συμβεί αυτό όλα τα άλλα είναι απλά το κερασάκι ή η αφορμή για το μέγα θαύμα. Στην Ευρώπη, ο κόσμος αντιμετωπίζει τις κούκλες ακριβώς όπως και στην Ελλάδα: με την ίδια ζωτική λαχτάρα και τις ίδιες προκαταλήψεις.
Προφανώς, σε επίπεδο οργάνωσης φεστιβάλ, υποδομών και θεσμών υποστήριξης των τεχνών και των καλλιτεχνών από πλευράς κράτους, τοπικής αυτοδιοίκησης κλπ, δεν υπάρχει καμία σχέση με την Ελλάδα.... αλλά αυτό ισχύει σε πολύ πιο καταξιωμένους κλάδους, στο κουκλοθέατρο δεν θα συνέβαινε;

8.Ποιες είναι οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σήμερα τα κουκλοθέατρα στην Ελλάδα ; 
Εξαρτάται με ποιό τρόπο ασχολείται ο καθένας με την τέχνη αυτή. Υπάρχουν προβλήματα που αφορούν το επιχειρηματικό κομμάτι της δουλειάς (π.χ. το πως να πουλήσεις την παράσταση ενώ δεν έχεις διευθυντή πωλήσεων, το πως να προσελκύσεις το κοινό που θέλεις ενώ δεν είσαι διαφημιστής, πως να στηρίξεις μια νέα παραγωγή με χρήματα που δεν έχεις, πως να συνδιαλλαγείς με το Υπουργείο «Πολιτισμού» που σε έχει γραμμένο κ.α.), υπάρχουν προβλήματα που αφορούν την πρόσληψη της δουλειάς σου από το κοινό λόγω προκαταλήψεων (π.χ. το πως να πείσεις τους εκπαιδευτικούς ότι μια παράσταση για να είναι καλή δεν χρειάζεται να λέει στα παιδάκια να ακούν τους γονείς τους, το πως να φέρεις ενήλικο κοινό σε αίθουσα που λέει ότι φιλοξενεί κούκλο-θέατρο κλπ). Αν πάλι παίζεις στο δρόμο, το βασικότερο πρόβλημα είναι ότι κινδυνεύεις να σε συλλάβουν οι μπασκίνες ή να σε διώξουν οι καταστηματαρχαίοι που θεωρούν ότι ο δρόμος τους ανήκει ή και τα δύο μαζί.
Υπάρχουν όμως και «εσωτερικής φύσης» προβλήματα, τα οποία θεωρώ πιο σημαντικά και αφορούν πιο ουσιαστικά επίπεδα της δουλειά μας. Παρόλο που γενικά στην Ελλάδα έχουμε μια συνεχή ποσοτική και ποιοτική άνοδο της κουκλοθεατρικής παραγωγής, υπάρχουν ελλείψεις που απαντιούνται συχνότατα στις παραστάσεις: Η δραματουργία, ο ρυθμός και η σκηνοθεσία είναι νομίζω τα πιο έντονα. Η τάση για μίμηση ξένων προτύπων χωρίς την ανάλογη εμβάθυνση στις αιτίες των επιλογών επίσης. Η προσκόλληση σε τεχνικά ζητήματα εις βάρος της ζωντάνιας και της δράσης. Πιθανά το γεγονός ότι η τέχνη μας είναι σύνθεση πολλών άλλων τεχνών και απαιτεί πάρα πολλές διαφορετικές δεξιότητες, μας κάνει να πιστεύουμε ότι όταν είμαστε σε ένα από αυτά καλοί, είμαστε και στα υπόλοιπα, ενώ δεν είναι καθόλου σίγουρο αυτό.

9. Τα επόμενα βήματα του Κουκλοθεάτρου Αγιούσαγια! είναι ; 
Φέτος θέλουμε να παίξουμε πολύ το Μαμούθ σε σχολεία και άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα σε όλη τη χώρα. Κατά τ’ άλλα, υπάρχει μια παραγωγή στα σκαριά εδώ και 8 χρόνια... Επίσης άλλη μια καλή ιδέα που ελπίζω να μπει μπροστά σιγά-σιγά για μια θεατρική έκθεση, καθώς και μια παράσταση για το δρόμο. Για την ώρα πάντως ασχολούμαι με την ανακαίνιση του εργαστηρίου μου που πάλιωσε, και τη διαμόρφωση ενός χώρου παραστάσεων (ας το πούμε θεατράκι πειραματισμών) και πολύπλευρης έρευνας που θα φιλοξενήσει πολλά. Από τον Οκτώβρη ξεκινάει και το ετήσιο Εργαστήριο Θεατρικής Μαριονέτας, δύο κύκλοι εκπαίδευσης για την θεατρική κούκλα, για επαγγελματίες και μη... Περισσότερα διαβάστε γι’ αυτά στη σελίδα www.ayusaya.com.
Ευχαριστούμε πολύ για τη φιλοξενία...





ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στο onlne περιοδικό  ECHOMOVE, (Αλέξανδρος Γερασίμου)

1.Πότε ξεκίνησε η προσπάθεια που ακούει στο όνομα
UNIMA
-ΕΛΛΑΣ;
Η Διεθνής UNIMA (Uninon International de la Marionnette) είναι ο πιο παλαιός διεθνής θεατρικός οργανισμός και ιδρύθηκε το 1929, στην Πράγα. Από τότε επεκτάθηκε και έχει τοπικά κέντρα σε 80 περίπου χώρες και είναι ισότιμο μέλος της UNESCO. Το Ελληνικό Κέντρο ιδρύθηκε το 1990 στην Ύδρα, όπου ο Michael Meschke (μεγάλος δάσκαλος και σκηνοθέτης του Marioneteatern της Στοκχόλμης) διοργάνωνε ετήσιο Φεστιβάλ Κουκλοθεάτρου.

2.Ποια φιλοσοφία διέπει την UNIMA;
Η UNIMA είναι μια ανοικτή οργάνωση (σύλλογος) που ενώνει όλους τους επαγγελματίες, ερασιτέχνες και φίλους του κουκλοθεάτρου, με οποιονδήποτε τρόπο κι αν εννοεί κανείς αυτή τη λέξη. Προωθεί την τέχνη της κούκλας και προσπαθεί αφενός να βοηθήσει τους κουκλοπαίκτες στη δουλειά τους κι αφετέρου να την φέρει πιο κοντά στο κοινό.  Πολύ σημαντική όψη του θέματος είναι οι "οικογενειακές" σχέσεις που διέπουν την ένωση και έχουν αποδειχτεί ικανότατη προϋπόθεση για συλλογικές δράσεις σε οργανωτικό, αλλά και ουσιαστικό επίπεδο. Οι κούκλες μας ενώνουν και αυτές μας οδηγούν.

3.Πόσοι θίασοι κουκλοθεάτρου υπάρχουν αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα και πως βλέπετε την εξέλιξη τους;
Οι επαγγελματικοί θίασοι πρέπει να είναι γύρω στους 50 με 60 σε όλη την χώρα. Πάντως, ειδικά τα τελευταία δέκα χρόνια, ο κλάδος είναι σε τρομερή "άνθιση" και κάθε χρόνο ξεπηδούν και νέες ομάδες/άτομα που "μπαίνουν στο χορό" με σοβαρές προθέσεις.  Όσον αφορά την ποικιλομορφία, αυτή τη στιγμή υπάρχει και στην Ελλάδα όλη η γκάμα τεχνικών, σκηνικών, αισθητικών και δραματουργικών επιλογών που υπάρχει σε όλη την Ευρώπη. Εδώ θα ήθελα να τονίσω ότι με χαρά μου βλέπω τους νέους ελληνικούς θιάσους να επιμένουν στην αξία της κούκλας και της εμψύχωσής της, παρά την  τάση ή "μόδα" που επικρατεί σε άλλες χώρες η κούκλα να παίζει δευτερεύοντα ρόλο σε μια παράσταση όπου ο ηθοποιός έχει τον πρώτο.  Γενικά νομίζω ότι ο χώρος μας είναι πολλά υποσχόμενος καθώς έχει εμπλουτιστεί από μια μαγιά ανθρώπων καλλιεργημένων με φρέσκο μάτι που όμως σέβονται και πάνε παραπέρα αυτό που θα λέγαμε παράδοση.

4. Διατηρείτε ένα μόνιμο χώρο, ανοικτό στο κοινό, το Κέντρο Κουκλοθέατρου όπου μεταξύ άλλων υπάρχει και δανειστική βιβλιοθήκη για το κοινό. Πείτε μας για αυτή αλλά και γενικότερα για το πληροφοριακό υλικό που μπορεί να βρει κανείς για την UNIMA ΕΛΛΑΣ.
Από το 1990 που γεννήθηκε η UNIMA έχει "στήσει" διάφορα στέκια κατά διαστήματα (με πιο πρόσφατο το Κέντρο Κουκλοθεάτρου στους Αγίους Αναργύρους), που όμως αναγκαστήκαμε να τα κλείσουμε ανωτέρα βία καθώς όλη η δραστηριότητά μας χρηματοδοτείται από τις συνδρομές και την εθελοντική εργασία των μελών. Εδώ και  4 χρόνια συνεργαζόμαστε με το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, το οποίο μας έχει "υιοθετήσει" και φιλοξενεί τόσο την γραμματεία μας, όσο πολλές από τις δράσεις μας. Στις 2 Δεκεμβρίου εγκαινιάσαμε τη Δανειστική Κουκλοθεατρική Βιβλιοθήκη η οποία στεγάζεται στο φουαγιέ του Ιδρύματος, κατασκευάστηκε από μέλη της UNMA και περιλαμβάνει ήδη 150 επιλεγμένους τίτλους της διεθνούς βιβλιογραφίας, αλλά και περί των 100 DVD με οπτικό υλικό από παραστάσεις, φεστιβάλ κ.α.  Υπάρχει αναγνωστήριο και υποδομή για επι-τόπου  "εξερεύνηση", αλλά ο κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να γίνει και μέλος της βιβλιοθήκης και να δανειστεί υλικό (χωρίς να είναι μέλος στην UNIMA).

5. Στη επίσημη σελίδα σας διαβάζουμε πως "δραστηριοποιείται πολύπλευρα, οργανώνοντας εκδηλώσεις, εργαστήρια, ομιλίες, εκθέσεις, εκδίδοντας βιβλία, το περιοδικό ΝΗΜΑ και άλλα ενημερωτικά έντυπα". Μιλήστε μας για όλες αυτές τις πολυποίκιλες δραστηριότητες του τμήματος της UNIMA.
Θεωρώ ότι αυτή τη στιγμή η πιο σημαντική δράση μας είναι η σταθερή παρουσίαση παραστάσεων στο ΙΜΚ, κάθε Κυριακή 11:30, από θιάσους μέλη μας. Το λέω αυτό γιατί το κουκλοθέατρο είναι πρώτα απ' όλα θέατρο και άρα ο καλύτερος τρόπος να το μεταδίδεις είναι οι ζωντανές παραστάσεις.  Ζωντανές παραστάσεις όμως έχουμε παράξει και συλλογικά (με πιο πρόσφατη το δρώμενο που παρουσιάσαμε στα πλαίσια του Πανευρωπαϊκού Συλλαλητηρίου στις 14 Νοέμβρη). Κορυφαίο γεγονός της χρονιάς είναι πάντα ο εορτασμός της Παγκόσμιας Ημέρας Κουκλοθεάτρου (21 Μάρτη), μια τριήμερη γιορτή γεμάτη παραστάσεις, δρώμενα, εργαστήρια, εκθέσεις, παρουσιάσεις κλπ. Για μας συμβολίζει και υλοποιεί έμπρακτα την ένωσή μας και δίνει στο κοινό τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή με πολλές από τις όψεις της τέχνης μας. Όπως πέρυσι, ο φετινός εορτασμός θα γίνει στην Τεχνόπολη, στο Γκάζι. Εκτός από αυτά οργανώνουμε και πιο ειδικές εκδηλώσεις: εργαστήρια (για κουκλοπαίκτες, για εκπαιδευτικούς, για παιδιά κα), θεματικά συμπόσια, ημερίδες, εκθέσεις  κλπ Οι εκδόσεις είναι ένα ακόμα μέλημά μας καθώς η ελληνική βιβλιογραφία είναι πενιχρή.

6. Πόσα μέλη αριθμεί αυτή τη στιγμή η UNIMA και πως μπορεί κάποιος να γίνει μέλος της;
Αυτή τη στιγμή τα μέλη μας είναι περί τα 140 πανελλαδικά. Μέλος της Ένωσης μπορεί να γίνει οποιοσδήποτε ενδιαφέρεται για τις κούκλες, είτε τις χρησιμοποιεί σε κάποιο τομές της δουλειάς του είτε όχι.

7. Παγκόσμια Ημέρα Κουκλοθεάτρου... Πείτε μας κάποια πράγματα για τις εκδηλώσεις που έλαβαν χώρα στην Αθήνα αλλά και σε άλλες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας με αφορμή τον εορτασμό της κουκλοπαικτικής αυτής μέρας.
Όπως είπα και πριν, η Παγκόσμια Ημέρα Κουκλοθεάτρου είναι η γιορτή μας και αυτό θέλουμε να αποπνέει. Τα τελευταία δύο χρόνια πράγματι έχουν διοργανωθεί δράσεις και σε άλλες πόλεις (Θεσσαλονίκη, Κέρκυρα, Κρήτη) από φίλους που ζουν εκεί και αυτό δείχνει ότι οι άνθρωποι της κούκλας αυξάνουν και οργανώνονται. Επαναλαμβάνω ότι παρά το γεγονός ότι επαγγελματικά –με όρους αγοράς- είμαστε "ανταγωνιστές", συμμετέχουμε και βάζουμε τον καλύτερο εαυτό μας σε κοινές, συλλογικές  δράσεις σε μια προσπάθεια να καταλάβουμε κι άλλες πλευρές μας, αλλά και να δηλώσουμε ότι ο συμφεροντολογικός πραγματισμός δε μας έχει συνθλίψει ακόμα. Πιστεύω ότι ο τρόπος με τον οποίο οργανώνονται οι δράσεις αντανακλάται τόσο στο περιεχόμενο όσο και στην αίσθηση που αποκομίζει ο θεατής και αυτά αποτελούν ένα αισιόδοξο μήνυμα προς τον κόσμο. Ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα, αντίθετα τα μέσα αποκαλύπτουν τον σκοπό.

8. Η κρίση μπορεί να βαθαίνει όμως σε πείσμα των καιρών η τέχνη του κουκλοθεάτρου αλλά και κάθε μορφή τέχνης δείχνει να εμβαθύνει στο κομμάτι που "οφείλει" να δώσει βάρος και να το πάει παραπέρα. Που οφείλεται αυτή η εκ διαμέτρου αντίθετη κατάσταση που συμβαίνει στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες που έχουν πληγεί σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο;
Η απάντηση είναι ότι εμείς απλά κάνουμε τη δουλειά μας και προσπαθούμε να την κάνουμε όσο καλύτερα μπορούμε. Όχι για να είμαστε "ανταγωνιστικοί" ή "παραγωγικοί" ή "καινοτόμοι" και άλλες τέτοιες υποκριτικές αρλούμπες, αλλά γιατί μόνο έτσι μπορούμε να την κάνουμε. Το κουκλοθέατρο απαιτεί και προτάσσει ένα πολιτισμό της υπευθυνότητας και της αυτοθυσίας στο έπακρο  του οποίου δυστυχώς υπολειπόμαστε, αλλά μας είναι αδιανόητο να μην προσπαθούμε. Για τους κουκλοπαίκτες που βρισκόμαστε στην υπηρεσία άψυχων αντικειμένων προκειμένου  να ζήσουν ως υποκείμενα, οι αυτονόητες απαιτήσεις του μάστορα απ' τον εαυτό του είναι ένα καθημερινό ζητούμενο, ένα σιωπηρό πρακτικό και όχι ιδεολογικό πρόταγμα ενάντια σε κάθε είδους κρίση –από το κρυολόγημα έως τις κρίσεις της καπιταλιστικής οικονομίας.

9. H UNIMA, κάθε Κυριακή, διοργανώνει παραστάσεις κουκλοθεάτρου στο ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Πείτε μας κάποια πράγματα για αυτές τις φετινές παραστάσεις.
Είναι όλες αξιόλογες άρτιες επαγγελματικές παραγωγές, με ποικίλη θεματολογία και τεχνική, από κουκλοπαίκτες  που δουλεύουν νύχτα-μέρα για την μία ώρα μπροστά σας. ΜΗΝ ΤΙΣ ΧΑΣΕΤΕ! Ενημερωθείτε για το πρόγραμμα από το www.unimahellas.org και www.mcf.gr και ΤΡΕΞΑΤΕ! Ο άνθρωπος πρέπει να επισκέπτεται τακτικά το κουκλοθέατρο για να έχει σώας τας φρένας.

10. Τα επόμενα βήματα της UNIMA ΕΛΛΑΣ είναι…
Κριτική ματιά στα προηγούμενα βήματα και αναζήτηση προκλήσεων μεταξύ μας για νέες περιπέτειες. Δυναμικές αυτο-οργανωμένες παρεμβάσεις σε κάθε επίπεδο, συνεργασία με άλλους φορείς και δίκτυα και μετάδοση της εμπειρίας σε περισσότερους φίλους ώστε να μπορούν να γίνονται πράγματα παράλληλα, χωρίς κεντρική διεύθυνση και επιφόρτιση λίγων με πολλές αρμοδιότητες.  Επίσης μια διεύρυνση των διεθνών επαφών μας με στόχο την πιο εκτεταμένη ανταλλαγή με τους ομότεχνους άλλων χωρών.

 
 Άλλα κείμενα
Ακολουθούν κείμενα του Σ. Μαρκόπουλου που δημοσιεύτηκαν σε διάφορα έντυπα


Μήνυμα για την Παγκόσμια Ημέρα Κουκλοθεάτρου - 20 Χρόνια UNIMA 
Το κουκλοθέατρο, η τέχνη που κατεξοχήν αντιπαλεύει το θάνατο και προσφέρει στην ανθρωπότητα την ζωτική εμπειρία του αυτοσαρκασμού και αυτοπαρωδίας στην πιο χειροπιαστή μορφή της, παίζει χαρούμενα με όλα τα μεγάλα μυστήρια και μας ενώνει σε μια Υλο-Ποιητική τελετουργία, προσφέρει επίσης μοναδικές ποιότητες σχέσεων πριν, κατα τη διάρκεια και μετά την παράσταση.
Πολιτισμός δεν σημαίνει πολιτιστικές εκδηλώσεις και καλλιτεχνικά γεγονότα, αλλά καθημερινή πρακτική, συμπεριφορά και σχέση με την πραγματικότητα και τους άλλους.
Τα εργαλεία της δουλειάς, τόσο τα πριόνια όσο και οι κούκλες, μας διδάσκουν την υπευθυνότητα και τη γεναιοδωρία: Αλλόκοσμα και ταυτόχρονα τόσο ανθρώπινα πλάσματα συμπυκνώνουν την απόλυτη ειλικρίνεια. Δεν υποκρίνονται. Μας εκθέτουν την μία και μόνη μικρή ζωή τους και θυσιάζονται για μας.
Οι κούκλες εκ φύσεως και οι κουκλοπαίκτες εκ συνειδήσεως, διαισθήσεως ή έρωτος προτείνουν τον πολιτισμό του πάθους της ψυχής, της έρευνας και του πειραματισμού, της αναζήτησης νέων μέσων και του ξεπεράσματος κάθε ορίου, της αισιοδοξίας ότι όλα είναι εφικτά και ανοικτά σε εξέλιξη. Την έγνοια για το μικρό, την μεταμόρφωση του τίποτα σε μαγικό παν.
Συμπληρώνοντας είκοσι χρόνια δυναμικής παρουσίας, συλλογικής δράσης και συνεισφοράς στην πορεία της τέχνης μας, σε μια εποχή που η συλλογικότητα μόνο στα λόγια αποτελεί αξία, αλλά στην πράξη παραμερίζεται μπρος στην ατομικότητα του εαυτού, αντιλαμβανόμαστε πόσο δύσκολο είναι να καλλιεργήσουμε σε μας τους ίδιους τον πολιτισμό που το κουκλοθέατρο απαιτεί και προτάσει.
Οι κούκλες να μας οδηγούν στο όνειρο, αλλά και στο ξύπνημα: η παράσταση τελειώνει και οι άνθρωποι συνεχίζουν να χρειάζονται φροντίδα.


ΣΤΟ ΚΟΥΚΛΟΘΕΑΤΡΟ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΕΞΟΥΣΙA
(κείμενο εις μνήμην της Σοφίας και του Κώστα, 2015, Φεστιβάλ ΚΘ Τιριτόμπα)

Ο καθένας πενθεί τους συντρόφους του σιωπηλά και βαθιά μέσα του,

κρατώντας αισθήσεις, μνήμες  και άλλα κίνητρα για το μέλλον.

Δεν είμαστε εδώ για να πενθήσουμε, μα για να γιορτάσουμε το γεγονός ότι το έργο του Κώστα και της Σοφίας έχει ποτίσει τη συνέχεια της τέχνης και της ζωής μας.

 
Σημάδεψαν το σύγχρονο ελληνικό κουκλοθέατρο δουλεύοντας ασταμάτητα επί 25 χρόνια και παλεύοντας καθημερινά με τα χέρια και την ψυχή, για την ποιότητα σε όλα τα επίπεδα που αρμόζει στη ζωή των κουκλών, αλλά και του κοινού τους. 


Υπήρξαν από τους πρωτοπόρους που τόλμησαν στη χώρα μας πειραματισμούς με στόχο τη διεύρυνση του ορίζοντα της θεατρικής χρήσης της κούκλας, ξεφεύγοντας από την στενή μέχρι τότε αντίληψη περί κουκλοθεάτρου, αναγνωρίζοντας την πλήρη καλλιτεχνική δυναμική της και μεταφέροντας το πνεύμα της ριζοσπαστικής αναγέννησης της τέχνης αυτής που στην Ευρώπη είχε ξεκινήσει ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα και σήμερα αποτελεί κεκτημένο, αν και πάντα ζητούμενο.



Συνειδητά σύνδεσαν τη δουλειά τους με την μαχητική στάση για την βελτίωση του ανθρώπου και του κόσμου του, χρησιμοποιώντας την ταπεινότητα της κούκλας και την υλο-ποιητική της συμπύκνωση νοήματος ως την καταλληλότερη να μεταφέρει τις πιο ελπιδοφόρες αξίες αισιοδοξίας -μα και αυτοσαρκασμού- του γένους μας.



Ανυπότακτα, αμετανόητα ελευθεριακά πνεύματα και οι δυο τους, συγκρούονταν καθημερινά με την ανθρώπινη ανοησία και άλλα κουσούρια του πολιτισμού μας, όχι βαρυγκωμώντας ή γκρινιάζοντας, αλλά διεκδικώντας, με πράξεις και υπεύθυνη δημιουργική  δράση, το κάθε λεπτό ζωής να το ζήσουν στο ύψος που τοποθετούσαν την αξιοπρέπεια για την τέχνη τους.



Ζώντας στη Λάρισα, δημιούργησαν μια σταθερή εστία, μοναδική στην Ελλάδα, που διασκέδασε και δίδαξε γενιές της τοπικής κοινωνίας, άφησε τα σημάδια της σε χιλιάδες παιδιά και η κληρονομιά της θα φωτίζει για πολλά χρόνια την πνευματική ζωή της περιοχής.  Ταυτόχρονα όμως άνοιξαν ένα διεθνές και διεθνιστικό παράθυρο στην πόλη  μη σταματώντας τα ταξίδια, ονειρικά και πραγματικά, και τον διάλογο με το παγκόσμιο κουκλοθέατρο, τις παραδόσεις και τους ανθρώπους του.

Επέστρεφαν και έφερναν κάτι καινούριο να μοιραστούν.

Έδειξαν έμπρακτα πως με την επίμονη εργασία υλοποιούνται τα όνειρα και είναι χρέος όλων μας να τα συνεχίζουμε εκτός ορίων. Και για σας που δεν είχατε την τύχη να τους συναντήσετε από κοντά, εμείς, οι συνάδελφοί τους κουκλοπαίκτες, υποσχόμαστε να σας τους γνωρίσουμε μέσα από τις κούκλες και τις παραστάσεις μας, ακολουθώντας κι επεκτείνοντας τους δρόμους που δε σταμάτησαν να εξερευνούν.

Ευχόμαστε η παιδική σοβαρότητα που χαρακτήριζε τους Τιριτόμπηδες να εμπνεύσει το επόμενο βήμα και το βλέμα των κουκλών τους να παραμένει άγρυπνο.



Το Κουκλοθέατρο στην Σχολική (Νέα;) Τάξη
Σημειώσεις ενάντια σε συνήθη λάθη και προβλήματα
Το σχετικό εργαστήριο που έγινε στα πλαίσια της 3ης Συνδιάσκεψης για το Θέατρο στην Εκπαίδευση, απευθυνόταν σε εκπαιδευτικούς που χρησιμοποιούν ή επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν την κούκλα και το θέατρό της σαν εκπαιδευτικό εργαλείο μέσα στην σχολική τάξη οποιασδήποτε βαθμίδας και στόχο είχε να επισημάνει λάθη και προβλήματα που απαντιόνται πάρα πολύ συχνά σε αυτήν τη χρήση της τέχνης. Ακολουθούν κάποιες σημειώσεις πάνω στο ίδιο θέμα.

Σχετικά με την αντίληψη που έχουμε για την κούκλα
- Είναι γνωστό ότι το κουκλοθέατρο αντιμετωπίζεται σαν μια «τέχνη (τέχνη; ούτε καν αυτό δεν του αναγνωρίζουν συχνά) για παιδιά», σαν μια ασχολία που μάλλον στο νηπιαγωγείο έχει θέση, ακόμα και σαν ένα πάρκινγκ παιδιών που απαλλάσσει τους γονείς για λίγη ώρα από την έγνοια τους. Η αντίληψη αυτή έχει μακριά παράδοση και πιθανότατα σχετίζεται (στην Ευρώπη τουλάχιστον) με την ανακάλυψη της κούκλας σαν έναν «φορέα» της «παιδικής ψυχής» από τον Ρομαντισμό και τους εκπροσώπους του οι οποίοι μεσολάβησαν άθελά τους στην επικράτηση της αστικής αντίληψης για το «εξευγενισμένο» θέαμα. Όσα καλά κι αν έφερε η αναγνώριση της «τρυφερότητας της παιδικής ψυχής» στο παιδί (προστατευτικούς νόμους, δικαιώματα κλπ), ταυτόχρονα έδωσε το άλλοθι για τον υποβιβασμό της κούκλας (αλλά και άλλων «παιδικών» θεμάτων) σε ανάξια σοβαρότητας, μόχθου και υπευθυνότητας από τους μεγάλους (καθώς και σε ένα πεδίο εκμετάλλευσης σε όσους είδαν ότι η «παιδική βιομηχανία» έχει εύκολο κέρδος).

- Η απαξία του παιδιού σαν ένα έξυπνο, σκεπτόμενο ον με τεράστια αντιληπτική ικανότητα και με μια σοβαρότητα ζωτική στην εξερεύνηση του κόσμου, έχει σαν αποτέλεσμα την γνωστή «αισθητική νηπιαγωγείου», τα χαζοχαρούμενα σενάρια και τις γλυκανάλατες φιγούρες, τους ανόητους διαλόγους και τον υπερχειλίζοντα διδακτισμό, τα θέματα-ταμπού που δεν κάνει να αγγίζουμε (ενώ αυτά είναι που ενδιαφέρουν ζωτικά το παιδί) και γενικά ένα πλαίσιο παράστασης που κάνει τις κούκλες να ανατριχιάζουν και τα παιδιά να βαριούνται.

- Η ελαφρότητα με την οποία συνήθως οι εκπαιδευτικοί (και όχι μόνο αυτοί βεβαίως) αντιμετωπίζουν την κούκλα και την πανάρχαια τέχνη της, οδηγεί σε πλήθος προβλημάτων (πόσο μάλλον όταν συνοδεύεται από μια ελαφρότητα απέναντι στην έννοια «παιδί»):
- προχειρότητα (στην προετοιμασία και την εκτέλεση),
- ανευθυνότητα (απέναντι στην κούκλα και το κοινό της),
- ανειλικρίνεια (απέναντι στον εαυτό μας και τα παιδιά),
- αδιαφορία και βαρεμάρα (τόσο του εκπαιδευτικού όσο και των παιδιών),
- ελλιπή ενασχόληση του εκπαιδευτικού στο να μάθει κι ο ίδιος κάτι γι’ αυτή την τέχνη
- διαμόρφωση κακού θεατρικού και αισθητικού κριτηρίου (των παιδιών, τόσο ως δημιουργών όσο και ως θεατρικού κοινού),
- λανθασμένη εικόνα έως και απέχθεια για το κουκλοθέατρο
- αναπαραγωγή τελικά της γενικής ελαφρότητας

- Συνάμα, υπάρχουν και εκπαιδευτικοί οι οποίοι ενώ έχουν όλη την καλή διάθεση να κάνουν δουλειά με τα παιδιά, τρομάζουν με δέος μπροστά στην «Τέχνη» και δεν τολμούν να ξεφύγουν από τα πλαίσια που τους επιβάλει ο περίγυρος. Όχι απαραίτητα προς ένα κουκλοθέατρο «υψηλών καλλιτεχνικών προδιαγραφών», αλλά κυρίως προς ένα ελεύθερο, ισότιμο και ειλικρινές παιχνίδι με τις κούκλες, μαζί με τα παιδιά.

- Το κουκλοθέατρο είναι μια μεγάλη τέχνη χωρίς να διεκδικεί την «σοβαρότητα» των «σοβαρών» τεχνών και σίγουρα χωρίς να επιδιώκει την σοβαροφάνειά τους. Αυτό την κάνει προσιτή, οικεία και οικειοποιήσιμη από τον καθένα και αποτελεί ένα από τα στοιχεία που την κάνουν επαναστατική.

Πρακτικά: Παρά τον δεδομένο περιορισμένο χρόνο που μπορεί να διαθέσει ο σημερινός εκπαιδευτικός σε τέτοιου είδους «πολυτέλειες», αλίμονο αν δεν το κάνει: Το ζητούμενο δεν είναι να γίνει επαγγελματίας κουκλοπαίκτης, αλλά ,προσεγγίζοντας το εργαλείο με την δέουσα ευθύνη και σεβασμό, να το ανιχνεύσει στις πραγματικές του διαστάσεις και να πετύχει μέγιστη απόδοση στο πραγματικό ζητούμενο που είναι (όπως πάντα στο θέατρο) η επικοινωνία (οποιουδήποτε τύπου) με το κοινό (τα παιδιά του).

Σχετικά με την φύση και την λειτουργία της κούκλας
- Η γέννηση μιας κούκλας είναι μια διαδικασία που συγγενεύει σε πολλά με αυτήν της ανθρώπινης γέννας, μια διαδικασία εξίσου απαιτητική και γι’ αυτό προκλητική.

- Στην κουκλοθεατρική παράσταση συντελείται μια κοσμογονία. Χτίζουμε ένα σύμπαν, ορίζουμε τους νόμους του, μορφώνουμε και δίνουμε ζωή στα πλάσματά του. Είναι όμως μεγάλη ευθύνη να είσαι θεός-πατέρας-παντοκράτορας.

- Η κούκλα δεν είναι ηθοποιός. Η διαφορά της με αυτόν είναι ότι δεν υποκρίνεται. Είναι πραγματικά αυτό που λέει ότι είναι. H απόλυτη ειλικρίνεια με την οποία εκθέτει την ίδια της τη ζωή μπροστά στο κοινό, την τοποθετεί πολύ ψηλά, στη θέση του σφάγιου της θυσίας. Η κούκλα, στο τέλος της παράστασης, δεν υποκλίνεται.

- Η κούκλα είναι ένα προστατευτικό δίχτυ. Και μόνο η λέξη «κουκλοθέατρο» αρκεί για να μας προστατεύσει από την σύγχυση της θεατρικής με την πραγματική πραγματικότητα. Τα παιδιά έχουν την ικανότητα ταυτόχρονα να ζουν μια ευθεία σχέση με την κούκλα «σαν να ήταν ζωντανή», και το «σαν» να το έχουν πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού τους.

- Το κουκλοθέατρο λειτουργεί καταπραϋντικά και θεραπευτικά: φέρνει τους φόβους και τις αγωνίες μας σε μια κλίμακα ή μια συμβατική μορφή όπου μπορούμε έως και να γελάσουμε μαζί τους.

- Αλίμονο αν βάλουμε την κούκλα να διδάξει τα μαθηματικά με τον ίδιο τρόπο που το κάνουμε εμείς. Τα παιδιά, εκτός από τα μαθηματικά, θα. απεχθάνονται και τις κούκλες.

Πρακτικά: Αφήστε τις κούκλες να σας οδηγήσουν σαν πραγματικά ανεξάρτητοι χαρακτήρες. Αφήστε τα παιδιά και τον εαυτό σας να τις διαμορφώσουν ώστε να οριμάσουν χτίζοντας μια σχέση όχι μονόδρομη ή απαραίτητα «καλή», αλλά ζωντανή (με όσες αντιφάσεις κι αν αυτό μπορεί να περικλείει).

Σχετικά με την κατασκευή
- Συχνά συνδέουμε απόλυτα την έννοια κουκλοθέατρο με την έννοια της κατασκευής. Η ουσία της (κουκλο)-θεατρικής πράξης δεν βρίσκεται εκεί, η κατασκευή δεν είναι καν απαραίτητη. Σαν κούκλα μπορεί να χρησιμοποιηθεί το οποιοδήποτε αντικείμενο –με ή χωρίς δική μας υλική παρέμβαση- ακόμα και το γυμνό ανθρώπινο χέρι ή η σκιά του. Η ουσία βρίσκεται στην εμψύχωση αυτού του πλάσματος, καθώς και του σύμπαντος που χτίζεται γύρω του. Η εκρηκτική «ανάσταση του νεκρού» μπροστά στα μάτια μας.

- Οι κατασκευές δεν είναι απαραίτητες (αν και στην πραγματικότητα, ακόμα και η επιλογή του κατάλληλου «έτοιμου» αντικειμένου είναι κάποιου είδους κατασκευή: δίνει στο αντικείμενο μια νέα υπόσταση). Γιατί λοιπόν φτιάχνουμε κούκλες; Γιατί η κατασκευή –πέρα από τα οφέλη που προκύπτουν από την ενασχόληση με τα υλικά, τα εργαλεία, την χειρωνακτική εργασία, την μεθοδική σκέψη κλπ- προσφέρει την δυνατότητα να διαμορφώσουμε τις κούκλες μας με χαρακτηριστικά και ιδιότητες που δεν μπορούμε να βρούμε σε έτοιμα αντικείμενα.

- Η κατασκευή γίνεται για να υπηρετήσει την παράσταση, για να δώσει ικανότητες στην κούκλα μας που να ενισχύουν την ζωντανή παρουσία της. Η κάθε κούκλα είναι μια νέα κατασκευαστική επινόηση, μοναδική, είναι μια εφεύρεση. Οι δεκάδες επιλογές που έχουμε να κάνουμε (σχετικά με τα υλικά, το μέγεθος, την μηχανική του σώματος, τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, τον τρόπο χειρισμού κλπ) στον τελικό συνδυασμό τους, πρέπει να σκοπεύουν στην συνολική θεατρική παρουσία του χαρακτήρα.
Τα βιβλία περι κατασκευής κουκλών, αλλά και συνολικά περί παραγωγής παραστάσεων (ειδικά αυτά που απευθύνονται σε εκπαιδευτικούς), συχνότατα προσφέρουν έτοιμες συνταγές υπο μορφή πατρόν: «κόψτε-ράψτε-τελειώσατε». Το κουκλοθέατρο είναι πολύ μεγάλο για να χωρέσει σε πατρόν κι η φαντασία των παιδιών πολύ ατίθαση για να την περιορίσετε σ’ αυτό.

Πρακτικά: Τα υλικά και η υποδομή, οι δεξιότητες και η τεχνογνωσία δεν είναι απαγορευτικές προϋποθέσεις. Καταπληκτικές (λειτουργικότατες θεατρικά) κούκλες μπορούν να κατασκευαστούν από το τίποτα. Το μετά έχει σημασία (όσοι έχουν παιδιά το καταλαβαίνουν ίσως καλύτερα)

Σχετικά με την εμψύχωση
- Όταν λέμε «εμψύχωση» δεν εννοούμε μια κούκλα που την ταρακουνάμε και μιλάει, μιλάει, μιλάει...
- Εμψύχωση είναι να στήνεις ένα σύμπαν και να αφήνεις τα πλάσματα να ζήσουν και να δράσουν μέσα σε αυτό, παρέχοντάς τους την ενέργεια που χρειάζονται, την «ψυχή», κι εσένα -έναν ανύπαρκτο που τα παρακολουθεί- να μην σου έχει μείνει ανάσα για να παρέμβεις στη ζωή τους.
- Η «ψυχή» της κούκλας δεν αποκαλύπτεται εύκολα. Αναζητήστε την στα βλέμματα, τις σιωπές, τις παύσεις, τις μικρές κινήσεις.
- Η κούκλα είναι πολύ ικανή στο να παράγει εφετζίδικα πυροτεχνήματα. Δεν φταίει όμως η καημένη. Έπεσε στα χέρια ενός λιμοκοντόρου.

Πρακτικά: Δεν χρειάζεται άγχος να παράγουμε «εντυπωσιακά» πράγματα «διδακτικού», «παιδαγωγικού», «ηθικοπλαστικού» ή άλλου παρόμοιου περιεχομένου. Ξεκινήστε ένα πρωί απλά: Καθίστε στην έδρα, μπροστά στα παιδιά, με μια κούκλα στα χέρια. Καθώς σας κοιτά στα μάτια και την κοιτάτε κι εσείς, μείνετε έτσι σιωπηλοί (σε ένα σχεδόν ερωτικό τετ-α-τετ) μέχρι η κούκλα να αρχίσει να ανασαίνει. Τα παιδιά πρέπει να εμπιστευτούν την ντροπή σας κι εσείς πρέπει να ξεπεράσετε την αίσθηση ανωτερότητάς σας.

Σχετικά με τον λόγο
- Ο λόγος είναι μια παγίδα: μπορεί να οδηγήσει τις κούκλες να περιγράφουν την υποτιθέμενη ζωή τους χωρίς να την ζουν πραγματικά.
- Είναι τόσο ελεγχόμενος και κυρίαρχος στην ζωή μας, που χρειάζεται να ανακαλυφθεί εκ νέου για να μπορεί να μπει στον κόσμο της κούκλας χωρίς να τον ισοπεδώσει.
- Το δυνατό όπλο της κούκλας δεν είναι ο λόγος, αλλά η συνολική ζωντανή της παρουσία. Ο λόγος μπορεί να μπει στη ζωή της και να την υποστηρίξει χωρίς να την πάρει στα επιδέξια χέρια του.
- Δεν υπάρχει χειρότερος λόγος από τον μαγνητοφωνημένο. Αν μπορεί και η μουσική και όλα τα στοιχεία της παράστασης να είναι ζωντανά παιγμένα σε πραγματικό χρόνο, τόσο το καλύτερο.

Πρακτικά: Μπορεί να δουλευτεί η παράσταση χωρίς λόγο, μόνο με ήχους από το στόμα ή μουσική και όταν πια οι κούκλες θα έχουν βρει τις εκφραστικές κινήσεις της αφήγησης, το ρυθμό, τις παύσεις κλπ, τότε να εν-σωματώσουν το όποιο κείμενο -εάν βέβαια συνεχίζει να είναι αναγκαίο.

Σχετικά με τα παιδιά-κουκλοπαίκτες
Οι παραπάνω σημειώσεις αναφέρονται κύρια -αλλά όχι μόνο- στην περίπτωση που ο εκπαιδευτικός είτε «στήνει» μια ολόκληρη παράσταση, είτε χρησιμοποιεί , για παράδειγμα, μία κούκλα σαν σύμμαχο στην άμεση διδασκαλία κάποιου μαθήματος, γίνεται δηλαδή ο ίδιος κουκλοπαίκτης.
Στην περίπτωση όπου τα παιδιά καλούνται να φτιάξουν και/ ή να παίξουν τις κούκλες, δεν χρειάζεται να πούμε πολλά: τα παιδιά είναι γεννημένα κουκλοπαίκτες και το μόνο που χρειάζεται είναι χρόνος, εμπιστοσύνη και ελευθερία. Δώστε ένα θέμα και δεχθείτε την πιθανότητα να τους είναι παντελώς αδιάφορο. Δείξτε μια τεχνική και παρακολουθείστε την μεταμόρφωσή της. Διδάξτε την χρήση ενός υλικού και διδαχθείτε αυτήν που τελικά θα εφαρμόσουν. Αν το επιτρέψετε, θα τα φέρουν όλα στα μέτρα τους. Δεν είναι πάντα εύκολο να καταλάβουμε τους εσωτερικούς μηχανισμούς που οδηγούν τα παιδιά στους τρόπους τους και τις σχέσεις τους με τις κούκλες. Αυτό είναι ένας καλός λόγος να τους σεβαστούμε.



Το Κουκλοθέατρο στην Ελλάδα Σήμερα
Κάνοντας μια μικρή ιστορική αναδρομή, εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι το κουκλοθέατρο στην Ελλάδα, μετά το τέλος του «Μπάρμπα-Μυτούση» και της ιδεολογίας του, έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα και ραγδαία ανάπτυξη, ιδιαίτερα τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Πολλές κουκλοθεατρικές δυνάμεις αγωνίζονται να ανεβάσουν την ποιότητα των παραστάσεων και να αλλάξουν μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη που λέει ότι «το κουκλοθέατρο είναι μόνο για παιδιά». Νέες ομάδες, εμπνευσμένοι κουκλοπαίκτες, αυτοδίδακτοι και σπουδασμένοι, αποτελούν μια πολυπληθή δυναμική ομάδα που διεκδικεί επάξια την θέση της στα θεατρικά πράγματα της χώρας.
Σε όλη τη χώρα υπάρχουν γύρω στους πενήντα ενεργούς επαγγελματικούς θιάσους, που το έργο τους αντικατοπτρίζει όλη την ποικιλία τεχνικών, δραματουργικών, σκηνικών κλπ επιλογών και δυνατοτήτων που υπάρχει και σε όλο τον κόσμο.
Είτε σε μόνιμες δικές τους σκηνές, είτε σε θέατρα, είτε μεταφέροντας την παράστασής τους σε εκδηλώσεις και σχολεία, είτε στο δρόμο, οι κουκλοπαίκτες προσφέρουν τις δημιουργίες τους σε κάθε είδος κοινού και η ανταπόκριση είναι άμεση: όλο και περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν παραστάσεις κουκλοθεάτρου για να τις παρακολουθήσουν.
Αρκετοί από αυτούς τους θιάσους ταξιδεύουν σε διεθνή φεστιβάλ (τόσο κουκλοθεάτρου όσο και θεάτρου) και εκπροσωπούν τη χώρα μας εξάγοντας το έργο τους και εισάγοντας την εμπειρία, ερεθίσματα και συναναστροφή με τους ξένους συναδέλφους.
Παράλληλα με τον αμιγώς κουκλοθεατρικό χώρο, η Ελλάδα ζει σήμερα αυτό που στην Ευρώπη έχει ήδη μια παράδοση σχεδόν ενός αιώνα: την «εισβολή» της κούκλας στο θέατρο των ηθοποιών, αλλά και τον χορό και τα εικαστικά και τη μουσική ακόμα και την «ανακάλυψή» της από αυτούς τους καλλιτέχνες σαν ένα «νέο» εργαλείο με τόση δυναμική και παρθένο έδαφος για πειραματισμό που τους φαίνεται απίστευτο ότι ήταν πάντα εκεί, αλλά δεν το γνώριζαν!
Αρκετοί σκηνοθέτες (μεταξύ τους και αναγνωρισμένες προσωπικότητες του θεάτρου και του χορού) επιλέγουν τη χρήση της κούκλας στις παραστάσεις τους αναγνωρίζοντάς της παραστατικές ικανότητες και δυνατότητες που με άλλα μέσα δεν θα ήταν εφικτές.
Κυρίως όμως υπάρχει ένα νέο αίμα στο θέατρο, ηθοποιών, σκηνοθετών και σκηνογράφων, που θεωρούν την κούκλα σαν ένα δεδομένο και αυτονόητα ισότιμο εργαλείο στην παλέτα τους, είτε έχοντας έρθει σε πρακτική επαφή με την χρήση της, είτε απλά έχοντας παρακολουθήσει θεάματα που την περιλαμβάνουν.
Σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις αυτές έχει διαδραματίσει η λειτουργία -στο διάστημα των τελευταίων είκοσι χρόνων- τεσσάρων μεγάλων διεθνών φεστιβάλ κουκλοθεάτρου (της Ύδρας, της Κρήτης, της Καλλιθέας και του Κιλκίς). Έχει φέρει στη χώρα μας πλήθος θιάσων και καλλιτεχνών από την αφρόκρεμα της διεθνούς σκηνής και έχει επιτρέψει τόσο στους έλληνες κουκλοπαίκτες, όσο και στο ευρύ κοινό της χώρας μας να παρακολουθήσει θεάματα που επιδεικνύουν όλη τη μεγαλοσύνη, αλλά και την ποικιλομορφία της κούκλας, επηρεάζοντας τις αναζητήσεις τους.
Σημαντικό είναι και το έργο που έχει προσφέρει και η Ένωσή μας, UNIMA-ΕΛΛΑΣ: χωρίς να αποτελεί σωματείο με την συνδικαλιστική έννοια του όρου, συσπειρώνει τους ανθρώπους του κουκλοθεάτρου, έχει αναπτύξει τον διάλογο, έχει εμπλουτίσει την βιβλιογραφία και το υλικό τεκμηρίωσης βοηθώντας όσους αναζητούν πηγές γνώσης και μέσα από πλήθος εκδηλώσεων έχει προωθήσει το κουκλοθέατρο σε όλες τις κατευθύνσεις.
Τέλος δεν είναι τυχαίο ότι στις μέρες μας:
- Μεγάλοι οργανισμοί και διοργανώσεις (Μέγαρο Μουσικής, Δημήτρια, Πολιτιστική Πρωτεύουσα κ.α.) που δεν ασχολούνται αποκλειστικά με το κουκλοθέατρο, καλούν συχνότατα πια, παραγωγές κουκλοθεάτρου ή και προγραμματίζουν δικές τους παραγωγές θεαμάτων με κούκλες (Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, Αθήνα 2004),
- όλο και συχνότερα γίνονται εκτενή αφιερώματα για το κουκλοθέατρο σε περιοδικά, εφημερίδες, τηλεοπτικές εκπομπές,
- πολλοί φοιτητές σχολών Θεατρικών Σπουδών στρέφουν το ενδιαφέρον τους στο κουκλοθέατρο και κάνουν σχετικές ερευνητικές εργασίες,
- στην τηλεόραση χρησιμοποιείται η κούκλα ευρύτατα και η ποιότητα των παραγωγών έχει αναβαθμιστεί και φτάσει τα διεθνή επίπεδα,
- στα Παιδαγωγικά Τμήματα και σχολές, ενώ παλαιότερα το κουκλοθέατρο που διδασκόταν περιοριζόταν στην πιο απλοϊκή εκδοχή του χωρίς καμία προσπάθεια καλλιτεχνικής αναζήτησης ή επαφής με όσα συμβαίνουν στο διεθνές κουκλοθέατρο, σήμερα (τουλάχιστον όπου υπάρχουν καθηγητές να το στηρίξουν) γίνεται προσπάθεια εφαρμογής όσων έχουν κατακτηθεί και χρήσης τόσο των τεχνικών/ αισθητικών, όσο και των σημειολογικών εξελίξεων της κούκλας, στην εκπαίδευση.
Η συνεισφορά της Πολιτείας σε όλη αυτή την εξέλιξη ήταν ελάχιστη έως ανύπαρκτη και σε πολλές περιπτώσεις ανασταλτική λόγω άγνοιας. Η αναγνώριση που απολαμβάνει το κουκλοθέατρο τόσο σαν ανεξάρτητη τέχνη όσο και σαν ζωτικό κομμάτι του θεάτρου, είναι ακόμα μικρή.
Πιστεύουμε ότι σήμερα είναι ώριμες οι συνθήκες για μια πιο σοβαρή ματιά απέναντι στην κούκλα και ευελπιστούμε στην ανάπτυξη σχέσεων, υποδομών και θεσμών που να βοηθούν δυναμικά την άνθιση του -ούτως ή άλλως- υπαρκτού νέου και γενναίου αυτού χώρου.



Η Κούκλα Στο Σύγχρονο Θέατρο 
Ο εικοστός αιώνας θα επιφέρει μεγάλες αλλαγές στο κουκλοθέατρο, ένα είδος θεάτρου με δικά του χαρακτηριστικά, δική του αισθητική, δικούς του κώδικες οι οποίοι επί αιώνες παραδίδονταν αναλλοίωτοι από γενιά σε γενιά. Ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα διαφαίνεται το ιδιαίτερο ενδιαφέρον των καλλιτεχνών, τόσο εικαστικών όσο και λογοτεχνών, για την τέχνη της κούκλας και την αισθητική της, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα ξεχωριστό πεδίο έρευνας και χώρος μεγάλων ανανεώσεων. Ο Maurice Maeterlnick, ο Alfred Jarry, ο Edward Gordon Craig θα είναι από τους πρώτους που θα εκφράσουν το ενδιαφέρον τους και θα ακολουθήσουν οι φουτουριστές (Prampolini, Depero), οι εξπρεσιονιστές (Kokoschka), οι ντανταϊστές (Grosz, Arp) και οι καλλιτέχνες του Bauhaus. Η αντίδρασή τους στην αστική κουλτούρα τους οδήγησε σε είδη που μέχρι τότε θεωρούνταν υποδεέστερα, όπως το θέατρο του βαριετέ, το τσίρκο και το θέατρο κούκλας.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όπως και τα άλλα καλλιτεχνικά κινήματα των αρχών του 20ού αιώνα και του μεσοπολέμου, το κουκλοθέατρο επηρεάζεται από την τεχνολογική ανάπτυξη, την επικράτηση της μηχανής, την παντοδυναμία του χρήματος, τη φρίκη του πολέμου, τις ανατροπές των επαναστάσεων. Η κούκλα ακολουθεί τις μεγάλες αλλαγές που συμβαίνουν στο θέατρο και υιοθετεί πολλές από τις ιδέες του. Η ανάμειξη των ειδών, η καταφυγή σε πολλές τεχνικές, η χρήση αντικειμένων, ο περιορισμός του λόγου, θα είναι μερικές από τις αλλαγές που θα επικρατήσουν και στο χώρο του κουκλοθεάτρου.
Βέβαια, σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, η παλαιά παραδοσιακή αισθητική κουκλοθεάτρου παραμένει παρούσα και τροφοδοτεί συχνά τη σύγχρονη σκέψη όμως , όπως και στο χώρο του θεάτρου των ηθοποιών, υπάρχει μια συνεχής αναζήτηση. Οι αντιρεαλιστικές τάσεις που εμφανίστηκαν στην τέχνη μαζικά από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, επηρέασαν ιδιαίτερα το κουκλοθέατρο, το οποίο γίνεται είδος ανεξάντλητο, άλλοτε ανεξάρτητο κι άλλοτε σε συνδυασμό με το θέατρο ηθοποιών. Εφοδιασμένο με μια χωρίς όρια ενέργεια, αναπτύσσει πρωτοτυπία και δυναμισμό. Τα σύνορα ανάμεσα σε διαφορετικές τέχνες αρχίζουν να καταρρίπτονται, νέες μορφές έκφρασης αφομοιώνονται. Ορισμένοι καλλιτέχνες παραμένουν προσκολλημένοι στην κούκλα, ανανεώνοντας όμως και διευρύνοντας τους κώδικές της. Στις τεχνικές κατασκευής και χειρισμού των συνήθων μορφών κούκλας -γαντόκουκλα, μαριονέτα, μαρότα- προσθέτουν αναζητήσεις για τη χρήση του χώρου, τη φύση της κίνησης, τη θέση του σώματος, τη φωνή και τη χροιά της, το φως, το χρώμα και τους συμβολισμούς τους. Η ανθρωπόμορφη, μικρών διαστάσεων κούκλα μεταλλάσσεται. Δημιουργείται από κάθε είδους υλικό και παίρνει διαφορετικές μορφές: ομοιώματα ανθρώπινων διαστάσεων, τερατόμορφες φιγούρες, αφαιρετικές μορφές, επίπεδες, αντικείμενα. Οι κουκλοπαίκτες τη χρησιμοποιούν όντας ορατοί στο κοινό, άλλοτε παραμένοντας αμέτοχοι και άλλοτε συμμετέχοντας στη δράση σαν ηθοποιοί.
Στη νέα εξελικτική πορεία της, που ξεκινά από τη δεκαετία του 1950, η κούκλα δεν είναι πάντα ο μοναδικός συντελεστής της παράστασης, αλλά αποτελεί μέρος ενός θεάματος όπου συμμετέχουν ισότιμα όχι μόνο ο κουκλοπαίκτης, αλλά και ηθοποιοί και άλλοι παράγοντες. Παράλληλα, μεγάλοι σκηνοθέτες αρχίζουν να χρησιμοποιούν την κούκλα στο θέατρο αναγνωρίζοντας τις μεγάλες πλαστικές, εκφραστικές, θεατρικές δυνατότητες που διαθέτει. Της δίνουν πρωταγωνιστικό, αυτόνομο ρόλο, δανείζονται τεχνικές της εμπνεόμενοι από διαφορετικούς πολιτιστικούς χώρους, κυρίως όμως από τις παραστατικές τέχνες της ανατολής. Υιοθετούν ετερογενείς τεχνικές χειρισμού μέσα στο ίδιο θέαμα, με εναλλαγές σκηνών όπου παίζουν ηθοποιοί και σκηνών που παίζονται από κούκλες, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένας σύνθετος τρόπος παράστασης.
Εκτός από την αισθητική γοητεία που ασκεί στους σύγχρονους σκηνοθέτες, η κούκλα -σε ένα είδος μεταφοράς ή μετωνυμίας- ψυχολογικά προβλήματα, οντολογικές ανησυχίες, ιδεολογικές προτάσεις. Η εικόνα που προβάλουν μέσα από φιγούρες, συχνά στυλιζαρισμένες, αλλοτριωμένες, γελοίες, υποβαθμισμένες, χειραγωγημένες καθρεφτίζει τον κόσμο μας. Μας επιτρέπει μέσα από σώματα-αντικείμενα, σώματα-πτώματα, σώματα ατελή, σώματα-ετερόκλιτα, να αναγνωρίσουμε, χωρίς να ταυτιστούμε, μια εικόνα ανησυχητική του ανθρώπου.
Στις μέρες μας η συνεχής επικοινωνία μεταξύ των δημιουργών, η διοργάνωση μεγάλων διεθνών συναντήσεων, φεστιβάλ κλπ. έχει κάνει το φαινόμενο «κουκλοθέατρο» πανταχού παρόν και έχει στρέψει την προσοχή ακόμη μεγαλύτερου μέρους του θεατρικού κόσμου πάνω του. Χαρακτηριστικό είναι ότι σε όλες τις σχολές σύγχρονου θεάτρου υπάρχουν μαθήματα ή και ανεξάρτητα τμήματα, όπου οι νέοι θεατρίνοι διδάσκονται για και από την κούκλα και πειραματίζονται με τα μαγικά εργαλεία που τους προσφέρει.
Το ίδιο συμβαίνει και στην Ελλάδα, όπου τα παραπάνω βρίσκονται σε στάδιο πρώιμο μεν, αλλά με πολύ σαφείς κατευθύνσεις, ακολουθώντας όλα τα ρεύματα και τάσεις που επικρατούν στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Παράλληλα με την θεατρική χρήση της κούκλας, αλλά ακριβώς λόγω της αποκάλυψης όλων αυτών των ιδιοτήτων της, το κουκλοθέατρο αναπτύσσεται προς πολλές άλλες κατευθύνσεις: στην παιδεία σαν εκπαιδευτικό εργαλείο, στην θεραπεία και την έρευνα σαν ένα μέσο προσέγγισης αλλά και εξομολόγησης του ασθενούς, στον κινηματογράφο και την τηλεόραση όπου γεννιούνται ανεξάρτητες τέχνες και τεχνικές (animation, τηλεοπτική κούκλα) κ.α.
Δυστυχώς, παρόλη την μεγάλη ανάπτυξη της κούκλας στη σύγχρονη εποχή και την αναγνώριση της ιδιαίτερης θέσης που κατέχει στο χώρο της τέχνης, το κουκλοθέατρο, στις δυτικές κυρίως κοινωνίες, κατατρέχεται από την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι απευθύνεται μόνο σε παιδιά, ότι είναι ένα θέατρο περιορισμένων δυνατοτήτων και χαμηλής αισθητικής αξίας. Οι κουκλοπαίκτες πασχίζουν καθημερινά να την ανατρέψουν και τα αποτελέσματα είναι πολύ πιο αισθητά στις χώρες όπου η τέχνη τους προωθείται σαν ισότιμη των άλλων και από την πολιτεία.






Λίγα λόγια για τη μαριονέτα
Η ιστορία της χάνεται στην αρχαιότητα. Είναι αλήθεια ότι τα παλαιότερα ευρύματα που διαθέτουμε προέρχονται από τον Ελλαδικό χώρο (μικρά πύλινα «νευρόσπαστα» στο Αρχαιολογικό μουσείο του Ηρακλείου), όμως το φαινόμενο «μαριονέτα» –όπως και το ευρύτερο φαινόμενο «κουκλοθέατρο»- αναπτύχθηκε παράλληλα σ’ όλα τα πλάτη και τα μήκη της Γης.
Όντας και η ίδια εργαλείο μυθοπλασίας, η μαριονέτα κουβαλάει στην πλάτη της ένα μύθο. Συχνά διαχωρίζεται από τα άλλα είδη κούκλας, φερόμενη ως «πιο εκλεπτυσμένη», «πιο δύσκολη», «πιο πολιτισμένη» και άλλους τέτοιους χαρακτηρισμούς που την τοποθετούν «ψηλότερα». Αυτό προέρχεται από την ιστορική πραγματικότητα της Ευρωπαϊκής χρήσης της μαριονέτας. Είναι αλήθεια ότι χρησιμοποιήθηκε κυρίως σε θεάματα απευθυνόμενα στην ελίτ της Ευρωπαϊκής κοινωνίας, στις Αυλές, στα Αστικά θέατρα κλπ, τα οποία στηρίζονταν σε πολύπλοκους τεχνικούς μηχανισμούς, οπτικά και σκηνογραφικά εφφέ και λόγια σενάρια. Αντίθετα, το λαϊκό κουκλοθέατρο προτίμησε την χρήση της γαντόκουκλας, που με τις γρήγορες δυναμικές κινήσεις της μπορούσε να εκφράσει καλύτερα τα γκροτέσκα αυτοσχέδια σενάρια που παρουσιάζονταν στις πλατείες και τα πανηγύρια. Στην πραγματικότητα όλες οι κούκλες είναι ισάξιες και ισότιμες. Η κάθε μια, με τις ιδιαιτερότητές της είναι ικανή να παράγει κινήσεις που μπορεί να ταιριάζουν σε μια παράσταση ή να μην ταιριάζουν. Καθώς οι κούκλες είναι θεατρικό εργαλείο, κρίνονται από την λειτουργικότητά τους μπροστά στα μάτια του κοινού. Το 99% όσων αφορούν την εμψύχωση του άψυχου αντικειμένου είναι κοινό σε όλες τις τεχνικές και τα είδη κούκλας και μόνο το 1% έχει να κάνει με αυτές τις ιδιαιτερότητες. Ποιές είναι οι ιδιαιτερότητες της μαριονέτας;
Μηχανικά, δεν είναι άλλο από ένα εκκρεμές: μια πατάτα κρεμασμένη από ένα σχοινί θα μπορούσε να είναι η τέλεια μαριονέτα. Η ζωή της κρέμεται από μια –ή έστω μερικές- κλωστές. Μπορεί να είναι κατασκευασμένη από κάθε είδους υλικό και να έχει κάθε είδους μορφή. Μπορεί να αποτελείται από δεκάδες μικρά κομμάτια συναρμολογημένα σ’ ένα πολύπλοκο σύστημα μοχλών ή να είναι ένα και μοναδικό κομμάτι υλικού. Μπορεί να διαθέτει ένα χειριστήριο με πολλά επίπεδα, μπάρες, σκανδάλες κ.α. ή να κρέμεται από έναν και μοναδικό κρίκο. Μπορεί να απαιτεί δεκάδες νήματα για να κινηθεί ή να της αρκεί μόνο ένα. Το σίγουρο είναι ότι όλες οι επιλογές του κατασκευαστή γίνονται με κριτήριο την λειτουργικότητα στην παράσταση: την διευκόλυνση του παίκτη και την παραγωγή κινήσεων που να αναδεικνύουν τον χαρακτήρα που υλοποιεί η κούκλα στη σκηνή. Υπάρχουν χιλιάδες συνδυασμοί τεχνικών. Στην πραγματικότητα κάθε κούκλα είναι μια νέα εφεύρεση. Έχει τη δική της δομή, το αποκλειστικά δικό της χειριστήριο, τη δικής της κατανομή βάρους, ανατομία σκελετού κλπ. Αυτό την κάνει μοναδική.
Η μαριονέτα ζει σε ένα μεταίχμιο. Αν τραβήξουμε τα νήματα λίγο πιο δυνατά απ’ ό,τι αναλογεί στο βάρος της, θα πετάξει. Αν τα αφήσουμε χαλαρά, θα σωριαστεί στο έδαφος. Η βαρύτητα της Γης μαζί με το αντιστάθμισμα της δικής μας αντίθετης δύναμης προς τα πάνω, είναι η αυτή που την κινεί. Απομακρυσμένη από το σώμα του χειριστή της, διεκδικεί την πλήρη αυτονομία στα μάτια του θεατή. Είναι ένα πλάσμα που –το βλέπουμε όλοι- κινείται μόνο του στο χώρο! Ταυτόχρονα, καθώς τα νήματα –πολλές φορές και ο μαριονετίστας- είναι ορατά ή γνωστά στο κοινό, η μαριονέτα πάντα υπήρξε σύμβολο της εξάρτησης και της υποταγής.
Η εύθραυστες ισορροπίες, η τρυφερή προσπάθεια του χειριστή να δαμάσει την αδράνεια, την ροπή, την βαρύτητα και οι αέρινες -έως και ανεξέλεγκτες- κινήσεις που προκύπτουν, είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της παρουσίας της μαριονέτας στη σκηνή. Ίσως αυτή η ακριβώς η έλλειψη απόλυτου ελέγχου –η απειροελάχιστη ταλάντευση του σώματος σε κάθε κίνηση- να κάνει, κάποιες στιγμές, το μάτι του θεατή να αμφιβάλει και να νομίζει πως η μαριονέτα θα φύγει μακριά από τον κουκλοπαίκτη της.




Κείμενο του Σ. Μαρκόπουλου για τον κατάλογο της έκθεσης SELFIE AUTOMATON η οποία εκπροσώπησε τη Ρουμανία στην Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας 2016.
 
Article by S. Markopoulos for the Catalogue of the exhibition SELFIE AUTOMATON which represented Romanian State at the Venetian Biennale of Architecture 2016.



Mech-anima: Machines laughing at the human race
(Notes on the comic relation between puppets and humans)
The millions of things that surround us, objects which are generally perceived as inanimate, under certain circumstances come "alive” and we treat them as such, developing a relation with them. What is the essential characteristic of "life"? Biology provides us with some criteria (among them are the ability to reproduce, the ability to grow and the ability to metabolize).
In puppet theatre, the essential characteristic of "life" is the freedom of choice and the deliberate action emerging from this freedom. In order to animate a puppet, the puppeteer must make it seem autonomous, self-feeling, self-deciding and self-acting: all movements (expressing certain activities or emotions, thoughts etc.) must seem to emanate from the puppet's own body (or “soul”): The energy needed for these movements as well as the application of forces that produce the final action must seem to be inherent to its body and not supplied externally by the God-Puppeteer. 
It is very interesting that in everyday life we recognize things as "living" not based on the biological definition of life but on the theatrical one.
We drive our cars and do not perceive them as living, but in case they suddenly break down when we are in a hurry, we start speaking to them, pleading them or even beating them in an attempt to make them change their decision to stop. We recognize purpose in their behavior, a purpose beyond our control!
A leaf that the soft wind moves delicately is not perceived as “living”, but in case the wind suddenly blows harder for a moment and the leaf turns abruptly towards us right at the moment we had spoiled a cup of coffee on our dress, then we perceive the turn of the leaf as a clear reproach to our carelessness and thus the leaf as a living, thinking and criticizing creature. That can prove really scary!
Animism, the belief that all things have a soul and can potentially act, is deeply rooted in human culture and is still guiding unconsciously our perception and reactions. Puppet theatre takes advantage of this. It’s all a matter of signs transmitted to the audience. The key to puppet theatre is the spectator’s mind. The triangle “puppeteer-puppet-audience” is usually thought of as: the puppeteer animates/ manipulates the puppet, the puppet animates/ manipulates the audience and the audience communicates with the puppeteer. The truth is that the puppeteer is manipulating the audience, the audience animates the puppet and the puppet is manipulating the puppeteer. Outside theatre, in real life it is very common that the puppeteer and spectator is the same person (e.g. a child playing alone with its dolls). Animation techniques are used in many other applications such as religion, propaganda, education, advertisement, therapy, or even architecture.
Puppets are a special kind of objects: they are inanimate devices invented, designed and constructed to provide the signs that will help make this fakery easier, more lasting and much stronger. They are a convention making full use of our animistic habits for the sake of our existential questions, needs and anxieties. Puppets can be thought of as tools: like the lever extends our arm's strength and the computer extends our brain's capacities, puppets extend our ability to mock ourselves and/or communicate theatrically with powers we cannot control otherwise. They are probably one of the most ancient technological inventions of humans (dating back at least 25.000 years), suggesting that the needs they serve have been more important than others in the process of self-development of mankind.
An interesting aspect of puppets’ uncanny service to human self-awareness, is their tragic-comical effect which derives from their dead and yet so alive nature. Simplifying Henry Bergson's theory, the “comic” is produced every time a living creature “loses its life” and turns into a mechanical one (laughter is the social criticism against this “fatal” mistake/ carelessness).
Puppets are the materialization of this definition of the comic as well as the reversal of it: they are naturally born mechanical and are given an artificial life which they lose at any time and gain it back again, playing happily between life and death. They are comic by this nature but actually they make fun of the humans' comic (or tragic) relation to life and death. Extending this to other inanimate objects (potentially animate), one can imagine (or even experience) the unpleasant situation where machines and all kinds of things are laughing at us: a cultural mirror reflecting our own perception of life and reality.
Automata are a special kind of puppets: the eternal repetition of a rather sort action or movement defines them as “totally dead" or “mechanical” because variety and endless heterogeneity is another typical characteristic of life. They enjoy not even the artificial life that marionettes and other theatrical puppets have. The freedom of choice has vanished completely. We no more recognize “life” to them as their mechanical nature is clearly declared by their behavior. We recognize an unsuccessful intention of imitating life and this honesty makes them even more comical since -as puppets- they should have life... Automata are related to puppets in a similar way puppets are related to humans. They are puppets of puppets...
Statues and still images are off course even more restricted puppets but in their case, the fact that we do not expect them to move frees them and creates a different context, a different world of imagination/ animation.
Puppets and automata have been a kind of collective “selfie” picture of humanity through the ages. Digital photography has made very easy and handy the fast creation of a self-portrait, or a self-puppet through which we communicate with our inner self and share our theatrical relation to it with the outer world. From the archaic tribal ritual (with or without puppets) to the modern selfie picture, we seem to have reached the most self-oriented moment of our evolution.